Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Χίλιες και μια νύχτες - Ο σύζυγος κι ο παπαγάλος

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άντρας, ας τον πούμε Ραμάν, ο οποίος είχε μια γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς, ας την πούμε Χιριχίτ. Τόσο παθιασμένα την αγαπούσε τη Χιριχίτ που αν δεν συνέτρεχε λόγος σοβαρός, σοβαρότατος, δεν το κουνούσε ρούπι από κοντά της. Mια μέρα, όμως, του 'τυχε δουλειά σημαντική, σημαντικότατη, και σκεπτόμενος τις οριακές, αλλά παρ' όλα αυτά υφιστάμενες μεταβολές στο οικογενειακό τους εισόδημα, αποφάσισε να φύγει για τη Νιασμί, πόλη ξακουστή για το υπαίθριο παζάρι της και συγκεκριμένα για το εμπόριο πτηνών κάθε μεγέθους: από κουτσινούλικες όρνιθες και μινιόν παγώνια μέχρι μπαμπάτσικους ερωδιούς και γιγάντια Ροκ. "Ωραία η πόλη σας και το κελάηδημά της", είπε στους ανθρώπους που συνάντησε, "αλλά με το που διέσχισα τα τείχη της κόντεψα να βγάλω τ' άντερά μου από την αποφορά. Πώς αντέχετε;" Συγκεκριμένη απάντηση δεν πήρε, αλλά τις δουλειές του τις επισφράγισε με την αγορά ενός παπαγάλου, ο οποίος, εκτός ότι τα 'λεγε γουστόζικα είχε και το χάρισμα να διηγείται όλα όσα έβλεπε, με το νι και με το σίγμα. Το λοιπόν, ο Ραμάν τον έφερε σπίτι, κι αφού τον έδειξε στη Χιχιρίτ, της ζήτησε να τον βάλει στο δωμάτιό της και να τον φροντίσει, γιατί αυτός είχε κάτι έκτακτο κι έπρεπε να ξαναφύγει. 

Την επόμενη μέρα, όταν ο Ραμάν επέστρεψε από το παραδιπλανό τετράγωνο, ρώτησε τον παπαγάλο τι είχε συμβεί κατά την απουσία του. Πληροφορήθηκε τότε ένα δυο πραγματάκια που τον έκαναν να πιάσει τη Χιριχίτ και να την αρχίσει στο κατσάδιασμα. Στεναχώρια, αμηχανία, καινούρια αρχή για το καλό των παιδιών, αλλά αυτό που την έκαιγε περισσότερο τη σκορδόπιστη ήταν που δε μπορούσε να καταλάβει ποιος την είχε μαρτυρήσει. Εξετάζοντας διάφορες εκδοχές, κατέληξε ότι κάποιος από τους σκλάβους της είχε πολύ μεγάλο στόμα κι έπρεπε να τιμωρηθεί. Τους μάζεψε λοιπόν όλους στην κουζίνα και τους άρχισε στις ερωτήσεις, φροντίζοντας να κραδαίνει απειλητικά μια ξύλινη κουτάλα. Όπως ήταν αναμενόμενο κανείς δεν είχε δει τίποτα, κανείς δεν είχε πει τίποτα, όλοι αθώοι. Έξαλλη η Χιριχίτ, αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει τις απειλές της πράξη, αλλά εκείνη τη στιγμή της ήρθε η αναλαμπή: τη ζημιά της την είχε κάνει ο κύριος παπαγάλος. Με τη μύτη της κατακόκκινη από το θυμό, κατέβασε την κουτάλα στο καζάνι, δοκίμασε τις φακές, κάηκε, και χτυπώντας τις πατούσες της στο πάτωμα, ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση.

Περίμενε και περίμενε η Χιχιρίτ, κι όταν ο Ραμάν αναγκάστηκε να ξαναφύγει, τον ξεπροβόδισε, δήθεν μουτρωμένη που την άφηνε, του ευχήθηκε καλό ταξίδι, καλή αντάμωση, ο Αλλάχ μαζί σου, και με το που έκλεισε την εξώπορτα διέταξε τους σκλάβους να κατέβουν στην κουζίνα. Αφού τους έβαλε σε παράταξη, έκανε να πιάσει την κουτάλα, αλλά στη συνέχεια τους καθησύχασε με την εξής ανακοίνωση: ένας τυχερός θα περνούσε το βράδυ κάτω από το κλουβί του παπαγάλου, γυρίζοντας έναν διόλου αθόρυβο χειρόμυλο, ένας άλλος θα έριχνε νερό πάνω στο κλουβί, κι ένας τρίτος θα 'φερνε βόλτες κρατώντας ένα κερί κι έναν καθρέφτη. Οι σκλάβοι, σιωπηλά αναρωτώμενοι τι άλλο τους επιφύλασσε αυτή ζωή, έκατσαν όλη τη νύχτα με τον παπαγάλο κι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, επικεντρώνοντας όλη τους την προσοχή στην διεκπεραίωση των ζητηθέντων, ώστε να μη διασταυρώνονται ντροπιασμένες οι ματιές τους.

Την μεθεπόμενη, ο Ραμάν επέστρεψε και πήγε βολίδα στον παπαγάλο να τον ρωτήσει τι είχε δει. "Καλέ μου αφέντη", είπε το πουλί, "οι κεραυνοί, οι αστραπές, και η βροχή με αναστάτωσαν τόσο που δεν έχω λόγια να στο περιγράψω". Ο καλός του αφέντης, όμως, ήξερε μετά βεβαιότητος ότι χθες το βράδυ ο ουρανός είχε παραμείνει καθαρός. Συμπεραίνοντας, λοιπόν, ότι ο παπαγάλος του ήταν αρχιψεύταρος, άστραψε και βρόντηξε ο ίδιος· άνοιξε το κλουβί, τον έπιασε από το λαιμό, και τον πέταξε στο πάτωμα με τόση δύναμη που το δύσμοιρο πτηνό μας άφησε χρόνους. Φυσικά, η ζωή είναι αυτή που είναι και κάποια στιγμή ο Ραμάν έμαθε την αλήθεια, αλλά τι τα θες. Η μαλακία είναι να μη γίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: