Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Κι εκατόν ογδόντα τέσσερα

Kολυμπούσε δίπλα από ένα κοπάδι διάφανων σαργών, ακολουθώντας τις γραμμές της αναχωρητικής τους συμμετρίας -ολοκληρούμενης πέρα από το άπειρο του ορίζοντα. Πάνω του, ο ουρανός είχε βαρύνει από τη συρροή γκρίζων συννέφων και η θάλασσα είχε πάρει το χρώμα προϊστορικού απογεύματος. Όταν άρχισε να βρέχει οι σαργοί αποσυντέθησαν σε τρίμματα ζελατινώδους σάρκας, σχηματίζοντας μια ιριδίζουσα κηλίδα. Βούτηξε μέσα της κι έπειτα αναδύθηκε ανάμεσα σε μικρότερες κι ακόμη μικρότερες κηλίδες, διασπώμενες σε μικρότερες κι ακόμη μικρότερες κηλίδες, ξεμακραίνουσες προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Χίλια χρόνια πριν, είχαν συναντηθεί στο παραληρηματικό όραμα ενός Μεσοποτάμιου μάγου που υπέφερε από αρτηριοσκλήρωση· οι σαργοί είχαν έρθει για να καθαρίσουν το αναπαριστάμενο ως σωρεία πεταλίδων χάος, κι αυτός για να επιβλέπει. Ξεβρασμένος σε μια άκρη του βράχου, σκούπιζε τη μύτη του και ξετύλιγε παπύρους με πράσινες ημισελήνους και επιγραφές σε μια γλώσσα που δε μπορούσε πια να καταλάβει. Κάθε τόσο ακουγόταν μια μακρόσυρτη κραυγή κι έπειτα μαύρες γραμμές άρχιζαν να σαρώνουν τα πόδια, την κοιλιά και το κεφάλι του. Θάλασσα, σαργοί και ουρανός έσβηναν στη διαδοχή τριών ήχων, τους οποίους επαναλάμβανε μέσα του ως μπιπ-χούιτ-ποπ, και για κάτι λιγότερο του ενός δευτερολέπτου βρισκόταν και πάλι στο ημίχρονο του Ελλάδα-Τσεχία, καθισμένος πίσω, στο βάθος, με το στόμα ανοιχτό και με το δάχτυλό στη μύτη. Τα ντουλάπια, οι καρέκλες και τα τραπέζια, ξεχαρβαλωμένα. Οι τοίχοι βαμμένοι με πράσινη λαδομπογιά και τα υδραυλικά, λες και τραβούσαν από βάλτο. Στην τηλεόραση, ένας εύσωμος τύπος με σκοροφαγωμένη κελεμπία και τουρμπάνι έμπλεο πράσινων ημισελήνων, τον κοιτούσε μέσα από ένα περιστρεφόμενο ζωδιακό κύκλο. Ο τρόμος του ήταν ακαριαίος, αλλά πριν προλάβει να διαβάσει τα τηλέφωνα της εκπομπής, τη χρέωση ανά λεπτό ή τον ΦΠΑ, πριν ακόμη προλάβει να εισπνεύσει την περιρρέουσα ιδρωτίλα του καφενείου, μπιτ-χούιτ-ποπ, και το σώμα του αναδυόταν στα νερά αυτού που πλέον αναγνώριζε ως παρόν, περιτριγυρισμένο από μικρές, ιριδίζουσες κηλίδες· ωστόσο, πριν το πουλί του προλάβει να μαζέψει από το κρύο, ένα κύμα τον ξέβραζε και πάλι βράχο, με τους παπύρους ανοιχτούς και τη μύτη του να τρέχει ακατάπαυστα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: