Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Πιο χαμηλά ή πιο ψηλά

Ο Σχαν Μιρίν, ο πρωτότοκος γιος του βεζύρη στο χαλιφάτο των Σβαρνιδών, γεννήθηκε στην πόλη της Δεμ και μεγάλωσε μέσα σε ένα τεράστιο παλάτι, το οποίο έμοιαζε με αυτό το είδος της αράχνης που οι νομάδες αποκαλούν Μαύρη Ψηφίδα του Διαλείποντος Παρόντος. Ο πατέρας του, ο Φατίχ Μιρίν, ήταν άνθρωπος σοφός κι αγαπητός -τόσο αγαπητός, που όταν οι βλάσφημοι της ψαραγοράς αναπολούσαν το βαθύ φεγγάρι της παλίρροιας ή τα μαλλιά της αγαπημένης τους, σήκωναν το φλασκί κι έπιναν στη μακροημέρευσή του. Ο Σχαν, ωστόσο, από σύνεση δεν τα πήγαινε εξαιρετικά. Πριν ακόμη χάσει το πρώτο νεογιλό του δόντι, είχε καταφέρει να κόψει τον δείκτη του αριστερού του χεριού παίζοντας με ένα μικρό γιαταγάνι κουζίνας, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε γυρίσει αργά το βράδυ, φέροντας ως παράσημο ένα μαυροκόκκινο κοράλλι ξεραμένου αίματος στο μέτωπό του. Παρ' όλ' αυτά, οι γονείς του δεν έδειχναν να ανησυχούν· είχαν κι άλλα παιδιά, οπότε ήξεραν ότι το μέλλον έρχεται πάντα μισοτελειωμένο, ενώ τους καθησύχαζε και το γεγονός ότι ο Σχαν ήταν φτυστός ο προπάππους του, ο οποίος, παρότι είχε ξεκινήσει ως τζώρας και τραμπούκος, στο τέλος είχε προλάβει ν' αγιάσει· άγγελος Κυρίου είχε εμφανιστεί ως ακτινωτή μουτζούρα κάτω απ' τη γραφίδα του παραστέκοντός του καλλιγράφου, κι αφού αναδιπλώθηκε σε μελανό σφαιρίδιο, ξεδίπλωσε τα εξακόσια φτερά της πλάτης του και πήδηξε πάνω στο κρεβάτι του Σελίμ Μιρίν, ο οποίος ανελήφθη μέσα σε ένα σύννεφο από πούπουλα και παραδείσια γύρη. 

Ένα πρωί λοιπόν, ο Σχαν ξύπνησε εννιάχρονος και εορτάζων κι αφού χασμουρήθηκε και ξύθηκε, ξανά και ξανά και ξανά, έκατσε σταυροπόδι και πήρε να τρίβει το σκουριασμένο λυχνάρι που έκρυβε κάτω από το μαξιλάρι του. Βλέποντας ότι δεν έβγαινε -κυριολεκτικά- τίποτα, το πέταξε στην άκρη και πήγε να αεριστεί πάνω από το κεφάλι του αδερφού του. Αφάνταστα ικανοποιημένος μ' αυτή την έκτακτη κατάθεση στο ταμείο της οικογενειακής ιεραρχίας, βγήκε στο μπαλκόνι κι άρχισε να τεντώνεται κάτω από τον λαμπερό ήλιο. Η μέρα προμηνυόταν υπέροχη. Ακουμπώντας τα χέρια πάνω στην κουπαστή του κιγκλιδώματος, έσκυψε να παρατηρήσει το διάβα μιας τρεκλίζουσας οδαλίσκης, φορτωμένης με υπερμέγεθες στήθος και πληθώρα αποξηραμένων σύκων σε δίσκο, αλλά όταν είδε την κοιλιά του ζωσμένη με κατακόκκινες φουσκάλες, σήκωσε το δάχτυλο στον ουρανό και λιποθύμησε. Μουνί του κάκτου, άουτς, παραμιλούσε μεταξύ των σπασμών που του 'χαν φορέσει το νευρικό σύστημα στο δέρμα, αλλά οι γιατροί δεν είχαν χάσει την ελπίδα τους· έκαναν αυτό που έπρεπε κι αυτοσχεδίαζαν λίγο περισσότερο από αυτό που μπορούσαν, κουράροντάς τον με μαντζούνια σκόρδου και τσουκνίδας, τη δοσολογία των οποίων ρύθμιζαν σύμφωνα με τις αθροισμένες μοίρες των γατίσιων ουρών που περιφέρονταν στο δωμάτιο. Η ανάρρωση κράτησε είκοσι και τριάντα και άλλες δέκα μέρες, μέχρι που ο μικρός Σχαν αποφάσισε ότι μπορούσε κι όρθιος να διαπρέψει στη γκρίνια· η έμφυτη δυσαρέσκειά του είχε αποκτήσει πια φιτίλι.

Στα δεκαεννιά, μια ερωτική απογοήτευση τον έκανε να ασχοληθεί με την ποίηση του μ φναι, αποστηθίζοντας και σχολιάζοντας το Ησυχία και Σκατά, ένα από τα πιο σπαραξικάρδια πονήματα του ανυπέρβλητου Νιαβέ Σουπούρ. Κουβάδες, λεμονόκουπες, καμιά επιτυχία, αλλά αυτές οι κάπως αποστερημένες ρίμες τον οδήγησαν στο πρώιμο έργο του ποιητή των ποιητών, και συγκεκριμένα στο Τραγούδι της Στενής Ώρας, ένα ξεχασμένο παντούμ, γραμμένο για στρυφνούς υπερήλικες και λοιπούς εχθρούς της ζωής. Η ως τότε απροσδιόριστη φιλοδοξία του νεαρού Σχαν βρήκε πάτημα σε μια έμπνευση της στιγμής, σύμφωνα με την οποία το κλειστοφοβικό ποίημα του Σουπούρ θα ανέπνεε όφελος από την αντίθεση μιας δοξαστικής, υπαίθριάς απαγγελίας. Το λοιπόν, μάζεψε ένα μπουλούκι λαουτιέρηδων, αποχαιρέτησε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, και ξεκίνησε για την αναζήτηση του ιδανικού αμμόλοφου. Ο δρόμος τον έβγαλε μέχρι και τα τελευταία θαλασσοχώρια της αυτοκρατορίας, κι εκεί, συνεπαρμένος από τη γλώσσα των ντόπιων, καθώς κι από τον ευάερο διάκοσμο της παράκτιας καθημερινότητας, αποφάσισε να επέμβει στο κείμενο, αντικαθιστώντας όσες λέξεις έβριθαν συμφώνων με άλλες, πιο ευκοίλιες, πιτσιλώντας γραμματική και συντακτικό. Οι συνέπειες ήταν τραγικές. Μέσω αλληλοσυμπληρούμενων αναπροσαρμογών γραφής και ομιλίας, η αυτή τακτική υπεροξυγόνωσης σε συνδυασμό με το ακατάσχετο γιαφ γιουφ και τις αυξανόμενες παραισθήσεις μιας όχι και τόσο ήπιας ηλίασης, του 'δειξαν την Παναγιά φελάχα, ομιλούντες σκορπιούς και τρωγλοδύτες ξεπροβάλλοντες μέσα από τον εκτυφλωτικό υπερθεματισμό του ηλίου, όχι όμως και το δρόμο της επιστροφής. Απηυδισμένος ο πατέρας του έστειλε τον δευτερότοκο και τέσσερα πρωτοπαλίκαρά να τον συμμαζέψουν, κι έτσι ο Σχαν βρέθηκε στο στράτευμα να προσπαθεί να καταπνίξει την επανάσταση κάποιων κακόμοιρων αμπελουργών στην άλλη άκρη της αυτοκρατορίας. 

Και η συνέχεια; Επέστρεψε ένα χρόνο αργότερα, θριαμβευτής, και μαζί του έφερε το θησαυρό ενός δαιμονικού Ιφρίτ -βρωμοδουλειά, το δίχως άλλο- καθώς και δυο καμήλες που δεν ήξεραν που πήγαιναν τα τέσσερα (και οι οποίες άκουγαν στα πολύ ταιριαστά ονόματα Στοργή κι Ευθύνη). Στα είκοσι δύο ερωτεύτηκε μια ξαδέρφη του, την όμορφη Ουαλίμ. Τα απογεύματα κάθονταν στους κήπους της Δεμ και η ξαδέρφη τον κοιτούσε με ένα βλέμμα κενό, αδιαπέραστο, κι έπειτα σούφρωνε το στόμα της κατά τρόπο που τον έκανε να πέφτει άρρωστος στο κρεβάτι να μη μπορεί να σκεφτεί τίποτα πέρα από το μειδίαμα του αφαλού της· στα είκοσι τρία ξύπνησε δίπλα της και είδε το φως να απλώνεται πάνω στις λευκές στέγες της Δεμ, σαν μέλι σε ρυζόχαρτο· στα είκοσι τέσσερα την παντρεύτηκε και στα είκοσι πέντε γνώρισε την οδύνη. Όταν του ανακοίνωσαν ότι η γυναίκα του ήταν ετοιμοθάνατη, έπεσε με την πλάτη στην εξώπορτα και ξεχύθηκε στους δρόμους, κι όποιον έβρισκε μπροστά του, τον άρπαζε από το λαιμό και του γέμιζε τις τσέπες με χρυσάφι. Πανικόβλητος εκλιπαρούσε τους περαστικούς να πουν κάτι, να μιλήσουν. Σε ποιον; Στον Αλλάχ. Να πουν τι; Λέξεις, προσευχές, για έλεος του Αλλάχ, για το έλεος του Αλλάχ. Γύρισε, ξανάφυγε, ξαναγύρισε, μπήκε στο δωμάτιό, την είδε, κι όταν τα μάτια της γύρισαν να τον κοιτάξουν, η μύτη του μάτωσε και της χαμογέλασε, κι όταν τα μάτια της έκλεισαν, σήκωσε το δάχτυλο στον ουρανό και λιποθύμησε. Συνήλθε τρεις μέρες αργότερα, κι αφού την κήδεψε, γύρισε στο παλάτι και αντίκρισε τα νομίσματα που αστράφταν βουνό στην αυλή του. Συντετριμμένος, παρακάλεσε τον Αλλάχ οι κάτοικοι της Δεμ να του είχαν επιστρέψει κάτι λιγότερο από το ακέραιο των λυγμών του. Ο Αλλάχ, όμως, άλλη δουλειά δεν είχε από το να μετράει για λογαριασμό του, οπότε ο πρωτότοκος του βεζύρη στο χαλιφάτο των Σβαρνιδών γύρισε στην κάμαρά του, μέτρησε τα πλούτη του ο ίδιος, κι έπειτα κάλεσε αρχιτέκτονες και μηχανικούς και τους ανακοίνωσε τα σχέδια του.

Κάπως έτσι χτίστηκε το τέμενος της Δεμ, ο θόλος του οποίου ήταν στεφανωμένος με κρυστάλλους παράλληλους προς το έδαφος, ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι στέκονται πάνω στο φως των μακρόστενων παραθύρων. Οι παλατιανοί χρονικογράφοι -συμπληρώνοντας τις αναφορές τους για τα αψιδωτά υποστήλια, με τους χίλιους είκοσι τέσσερις κίονες από κόκκινο ψαμμίτη- υποστήριζαν ότι αν άφηνες την ομορφιά να σου σηκώσει το κεφάλι, ζαλιζόσουν και δεν έβλεπες παρά μια μαύρη τρύπα να ξεπροβάλλει μέσα από μια δεύτερη μαύρη τρύπα, η οποία ξεπρόβαλλε μέσα από μια τρίτη μαύρη τρύπα, και ούτω καθεξής· η αλήθεια, όμως, είναι πως όταν η ζέστη διέστελλε τα αραβουργήματα και τις γραμμές της ιερής γεωμετρίας, πέρα από τις κολόνες κι έξω από τα παράθυρα, τότε, ανάμεσα στα κατεβασμένα βλέφαρά του Ενός και στους έκθαμβους οφθαλμούς σου, σχηματιζόταν ο χαμογελαστός αφαλός ενός κοριτσιού, υπενθυμίζοντάς σου ότι το τέμενος της Δεμ δεν το 'χτισε μόνο η θλίψη αλλά κι ο πόθος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: