Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

David Foster Wallace - Όλα είναι πράσινα

Λέει, δε με νοιάζει αν με πιστεύεις ή όχι. Εγώ σου είπα την αλήθεια, αλλά ορίστε, εσύ κάνε ό,τι νομίζεις. Πράγμα που σημαίνει ότι σίγουρα ψέματα. Όταν λέει αλήθεια κάνει σαν τρελή για να σε πείσει. Οπότε νιώθω ότι ξέρω.

Ανάβει ένα τσιγάρο και τραβάει το βλέμμα της· έτσι όπως καπνίζει κάτω από το φως του βρεγμένου παραθύρου δείχνει μυστηριώδης κι εγώ δεν έχω ιδέα τι πρέπει να πω.

Της λέω, Μεϊφλάι, δεν ξέρω τι να νιώσω, τι να πω, ούτε τι να κάνω, δεν ξέρω πια αν μπορώ να σε πιστέψω. Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που ξέρω, όπως ότι είμαι μεγαλύτερος από 'σένα και ότι σου 'χω δώσει τα πάντα, και με τα χέρια και με την καρδιά μου. Ό,τι υπάρχει μέσα μου στο έχω δώσει. Κάνω ό,τι μπορώ, δουλεύω κάθε μέρα χωρίς σταματημό, και ο λόγος είσαι εσύ. Προσπάθησα να φτιάξω ένα σπίτι, να στο δώσω να μείνεις, να 'ναι ωραίο.

Ανάβω κι εγώ ένα τσιγάρο και πετάω το σπίρτο στο νεροχύτη μαζί με τα υπόλοιπα σπίρτα, τα πιάτα, το σφουγγάρι και διάφορα άλλα κουζινικά.

Της λέω, Μεϊφλάι η καρδιά μου έχει τραβήξει τόσα για 'σένα, αλλά είμαι σαράντα οκτώ χρονών και δε μπορώ να αφήνω τις καταστάσεις να με παρασέρνουν. Πρέπει να εκμεταλλευθώ το χρόνο που μου απομένει για να φτιάξω τη ζωή μου, για να καταφέρω να νιώσω όπως έχω ανάγκη να νιώσω. Υπάρχουν πράγματα που χρειάζομαι, τα οποία δε μπορείς καν να τα δεις μιας και είναι κρυμμένα πίσω από όλα αυτά που θες για τον εαυτό σου.

Δεν λέει τίποτα κι εγώ κοιτάζω προς το παράθυρό της και νιώθω ότι ξέρει ότι ξέρω τι έχει συμβεί, και τότε αλλάζει θέση στον καναπέ, σηκώνει τα πόδια της από το πάτωμα και κάθεται πάνω τους με το σορτς της.

Της λέω, πραγματικά δεν έχει σημασία τι είδα ή τι νομίζω ότι είδα. Δεν έχει πια να κάνει μ’ αυτό. Ξέρω ότι είμαι μεγαλύτερος από 'σένα και νιώθω πως εγώ σου δίνω τα πάντα κι εσύ δε μου δίνεις τίποτα.

Είναι νωρίς το πρωί. Τα μαλλιά της είναι πιασμένα με ένα τσιμπιδάκι και καρφίτσες, έχει το πιγούνι της ακουμπισμένο πάνω στο χέρι της και μοιάζει να ονειρεύεται στο καθαρό φως που περνάει μέσα από το βρεγμένο παράθυρο, πάνω από τον καναπέ μου.

Όλα είναι πράσινα, λέει. Μιτς, κοίτα πόσο πράσινα είναι. Πώς μπορείς και λες ότι νιώθεις έτσι όταν όλα έξω είναι πράσινα.

Η δυνατή βροχή της χθεσινής νύχτας έχει ξεπλύνει το παράθυρο στο νεροχύτη της μικρής μου κουζίνας και τώρα είναι νωρίς το πρωί, έχει ήλιο κι έξω γίνεται ένας χαμός από πράσινο. Τα δέντρα είναι πράσινα και στο δρόμο, πέρα από τα σαμαράκια, κάποια κομμάτια γρασίδι είναι κι αυτά πράσινα και βρεγμένα, αλλά όχι, δεν είναι τα πάντα πράσινα, τα άλλα τροχόσπιτα δεν είναι πράσινα, το πτυσσόμενο τραπέζι δίπλα στις σειρές με τις λακκούβες δεν είναι πράσινο, οι μπύρες και τα αποτσίγαρα που επιπλέουν μέσα στα τασάκια δεν είναι πράσινα, το φορτηγό μου, το χαλίκι στο οικόπεδο, το πλαστικό τρίκυκλο που έχει πέσει κάτω από το άδειο σχοινί της μπουγάδας στο διπλανό τροχόσπιτο του τύπου με τα παιδιά, ούτε αυτά είναι πράσινα.

Όλα είναι πράσινα, λέει. Το ψιθυρίζει και ο ψίθυρός της δεν απευθύνεται πια σε 'μένα, το ξέρω.

Πετάω το τσιγάρο και γυρίζω την πλάτη μου στη μέρα που ξημερώνει, έχοντας μια γεύση στο στόμα, σαν κάτι αληθινό. Γυρίζω με δυσκολία και τη βλέπω να κάθεται στον καναπέ, στο φως.

Κοιτάζει έξω και την κοιτάζω κι εγώ και νιώθω κάτι μέσα μου, κάτι που δε μπορεί να κλείσει. Η Μεϊφλάι έχει σώμα. Και είναι το πρωί μου. Πες το όνομά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: