Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα τέσσερα

Τον καιρό που ο Λεόντιος γνώρισε τη Λένα, η αγάπη του άρχισε να κοιμάται μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες, ροδοδάφνες κι αναμμένα κεριά. Ο ίδιος πάντως κοιμόταν απέξω. Παρ' όλα αυτά, η πράξη της επιστροφής συνετελέσθη δίχως την παραμικρή δυσκολία· η ευτυχία τον τραβούσε από το αυτί, η αγάπη του κοιμόταν του καλού καιρού, και οι μέρες είχαν πάρει τη γεύση του υπόστροφου έρωτα. Μακριά από τις παραλίες της Νότιας Ιταλίας, αλλά ακόμη πιο μακριά από τους ψιθύρους στους διαδρόμους των νεκροτομείων, ο Λεόντιος άκουγε τους διαδοχικούς τριγμούς των ελατηρίων και ακολουθούσε την αναπνοή της Λένας μέσα στον ύπνο, τραβώντας την πού και πού από το χέρι για να αποφύγουν κάποιον εφιάλτη. Ωστόσο, λίγο πριν το λευκό τίποτα που προηγούνταν της μετάβασης στην πρώτη πράξη, τα γρανάζια γύρισαν, τα αυτόματα ξεκούρδισαν, και μπροστά του εμφανίστηκε η Ροζέτα, ισχνή μέσα στην άλω των εντυπώσεων που ακολουθούν των αρραβώνα με ιδιοκτήτη μπυραρίας. Ο Λεόντιος ξύπνησε αναποδογυρισμένος στο πάτωμα κι έπειτα άφησε την αχώρητη απελπισία να τον ανεβάσει στη βασιλική κλίνη όπου τον περίμεναν οι επιλογές του. Τον Βαλέριο δεν μπορούσε να τον ξυπνήσει -από το πολύ δούλεμα η άκρη της μύτης του είχε αποκτήσει γραμμώσεις- ο πατέρας του βρισκόταν σε σύσκεψη με το υπερπέραν, ενώ ο παιδαγωγός δεν ήξερε πώς να προικίζει τη δυστυχία. Συνεπώς, την απάντηση την πήρε από τον ίδιο του τον εαυτό, ο οποίος του εξήγησε ότι ναι, έρχονται και θα 'ρχονται, αλλά για να τον αποχαιρετήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: