Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Samuel Beckett - Σκιρτήματα στάσιμα

1
Μια νύχτα όπως καθόταν στο τραπέζι με το κεφάλι στα χέρια είδε τον εαυτό του να σηκώνεται και να φεύγει. Μια νύχτα ή μια μέρα. Γιατί όταν έσβησε το φως του δεν έμεινε στο σκοτάδι. Διαφορετικό φως ήρθε από ψηλά μέσα από το ένα και μοναδικό παράθυρο. Κάτω εκεί ήταν ακόμη το σκαμνί στο οποίο ανέβαινε για να δει τον ουρανό μέχρι που πια δε μπορούσε ή δεν ήθελε. Και ίσως ο λόγος που δεν έσκυβε το κεφάλι για να δει τι υπήρχε κάτω να ήταν επειδή το παράθυρο δεν ήταν φτιαγμένο να ανοίγει ή μπορεί πάλι να μην ήθελε να το ανοίξει ή να μη μπορούσε. Ίσως να γνώριζε πολύ καλά τι υπήρχε εκεί κάτω και δεν επιθυμούσε να το αντικρίσει ξανά. Έτσι λοιπόν απλώς στεκόταν ψηλά πάνω απ’ τη γη βλέποντας τον καθαρό ουρανό μέσα από το βρωμικό παράθυρο. Το ασθενικό μονότονο φως δεν έμοιαζε με κάποιο από τα φώτα που μπορούσε να θυμηθεί πίσω στις ημέρες και τις νύχτες που η ημέρα γινόταν γρήγορα νύχτα και η νύχτα γρήγορα ημέρα. Όταν έσβησε λοιπόν το φως του αυτό το έξω φως έγινε το μόνο φως του μέχρι που έσβησε κι αυτό με τη σειρά του αφήνοντας τον στο σκοτάδι. Μέχρι που έσβησε κι αυτό με τη σειρά του.

Μια νύχτα ή μια ημέρα λοιπόν όπως καθόταν στο τραπέζι με το κεφάλι στα χέρια είδε τον εαυτό του να σηκώνεται και να φεύγει. Πρώτα να σηκώνεται και να στηρίζεται στο τραπέζι. Ύστερα να κάθεται ξανά. Ύστερα να σηκώνεται ξανά και να στηρίζεται στο τραπέζι ξανά. Και μετά να φεύγει. Να ξεκινά να φύγει. Με πόδια αόρατα να ξεκινά να φύγει. Τόσο αργά που μόνο η αλλαγή στο χώρο μαρτυρούσε την κίνηση. Όπως τότε που εξαφανίστηκε μόνο και μόνο για να εμφανιστεί αργότερα σε άλλο μέρος. Κι ύστερα εξαφανίστηκε μόνο και μόνο για να εμφανιστεί ξανά σε άλλο μέρος. Έτσι ξανά και ξανά εξαφανιζόταν ξανά για να εμφανιστεί ξανά σε άλλο μέρος ξανά. Άλλο μέρος εκεί όπου πριν ήταν το μέρος στο οποίο καθόταν στο τραπέζι με το κεφάλι στα χέρια. Το ίδιο μέρος και το ίδιο τραπέζι όπως τότε που η Ντάρλυ παραδείγματος χάριν πέθανε και τον άφησε. Όπως και άλλοι με τη σειρά τους το ίδιο πριν και έκτοτε. Όπως και άλλοι με τη σειρά τους το ίδιο αφήνοντας τον μέχρι και ο ίδιος με τη σειρά του το ίδιο. Με το κεφάλι στα χέρια να εύχεται σχεδόν να μην εμφανιστεί ξανά όταν εξαφανιστεί ξανα σχεδόν να φοβάται πως δε θα εμφανιστεί ξανά. Η μήπως απλά αναρωτιέται. Η απλά περιμένει. Περιμένει να δει αν θα εμφανιστεί ή όχι. Αν θα μείνει ή όχι μόνος του ξανά να περιμένει το τίποτα ξανά.

Βλέποντας πάντα την πλάτη του όπου κι αν πήγαινε. Με το ίδιο καπέλο και το ίδιο παλτό όπως τον παλιό καιρό τότε που περπατούσε στους δρόμους. Στους πίσω δρόμους. Τώρα σαν κάποιος που έχει βρεθεί σε άγνωστο μέρος ψάχνοντας την έξοδο. Μέσα στο σκοτάδι. Σε άγνωστο μέρος ψάχνοντας την έξοδο στα τυφλά μες στο σκοτάδι της νύχτας ή της ημέρας. Προς τους δρόμους. Τους πίσω δρόμους.

Ένα ρολόι κάπου μακριά σημαίνει τις ώρες και τα μισάωρα. Το ίδιο όπως όταν μεταξύ άλλων η Ντάρλυ πέθανε και τον άφησε. Τα χτυπήματα δυνατά τώρα σα να τα έφερνε ο άνεμος αμυδρά τώρα μέσα στην άπνοια. Μακρινές κραυγές αμυδρές τώρα δυνατές τώρα. Με το κεφάλι στα χέρια όταν σήμανε η ώρα ελπίζοντας σχεδόν πως το μισάωρο δε θα σημάνει. Κι όταν σήμανε το μισάωρο το ίδιο. Κι όταν σίγησαν για μια στιγμή οι κραυγές το ίδιο. Ή απλά αναρωτιέται. Ή απλά περιμένει. Περιμένει να ακούσει. 

Υπήρξε μια εποχή που σήκωνε που και που το κεφάλι του όσο χρειαζόταν για να δει τα χέρια του. Ό,τι μπορούσε να δει κανείς απ' αυτά. Το ένα χέρι πάνω στο τραπέζι και το άλλο πάνω του. Ήρεμα κι ακίνητα ύστερα απ’ όλα όσα είχαν κάνει. Σηκώνει για μια στιγμή το κεφάλι του στο παρελθόν να δει τα χέρια του στο παρελθόν. Ύστερα το ακουμπάει πάνω τους για να μείνει ήρεμο και ακίνητο. Ύστερα απ’ όλα όσα είχε κι αυτό κάνει. 

Το ίδιο μέρος το οποίο άφηνε μέρα τη μέρα για να κατέβει στους δρόμους. Τους πίσω δρόμους. Στο οποίο γύριζε νύχτα τη νύχτα. Το οποίο βάδιζε από τοίχο σε τοίχο μέσα στο σκοτάδι. Το παροδικό κάποτε σκοτάδι της νύχτας. Τώρα το νιώθει σαν ξένο καθώς βλέπει τον εαυτό του να σηκώνεται και να προχωράει. Να εξαφανίζεται και να εμφανίζεται σε άλλο μέρος ξανά. Ή στο ίδιο. Τίποτα που να το ξεχωρίζει. Δεν υπάρχει τοίχος για να κατευθυνθεί ή να απομακρυνθεί. Στο ίδιο μέρος μ’ αυτό που βάδιζε από τοίχο σε τοίχο κάθε μέρος σαν κι αυτό. Ή σαν κάποιο άλλο. Τίποτα που να το ξεχωρίζει. Ποτέ πουθενά. Σηκώνεται και προχωράει στο ίδιο μέρος όπως πάντα. Εξαφανίζεται και εμφανίζεται σε άλλο ποτέ και πουθενά. Τίποτα που να το ξεχωρίζει από κάποιο άλλο ποτέ και πουθενά. Μόνο οι κτύποι. Οι κραυγές. Ίδιες όπως πάντα. 

Μέχρι που τόσοι κτύποι, τόσες κραυγές από την τελευταία φορά που είχε εμφανιστεί που μπορεί να μην εμφανιστεί ξανά. Ύστερα τόσες κραυγές από την τελευταία φορά που οι κτύποι είχαν ακουστεί που μπορεί να μην ακουστούν ξανά. Ύστερα τόση ησυχία από την τελευταία φορά που οι κραυγές είχαν ακουστεί που μπορεί να μην ακουστούν ξανά. Ίσως έτσι το τέλος. Έκτος κι αν δεν είναι παρά μια παύση. Ύστερα όλα όπως πριν. Οι κτύποι οι κραυγές όπως πριν κι αυτός ο ίδιος όπως πριν τώρα εκεί τώρα πουθενά ξανά τώρα εκεί τώρα ξανά πουθενά. Ύστερα παύση ξανά. Ύστερα όλα όπως πριν ξανά. έτσι ξανά και ξανά. Και υπομονή έως το ένα πραγματικό τέλος του χρόνου και της θλίψης και του εαυτού και του δεύτερου άλλου δικού του εαυτού.

2
Σαν κάποιος που έχει τα λογικά του όταν τελικά βρέθηκε έξω ξανά δεν ήξερε πως και δεν ήταν πολλή ώρα έξω ξανά απ’ τη στιγμή που άρχισε να αναρωτιέται αν είχε τα λογικά του. Γιατί είναι δυνατόν κάποιος που δεν έχει τα λογικά του να σκέφτεται λογικά για το αν έχει τα λογικά του κι ακόμη περισσότερο να χρησιμοποιεί τα απομεινάρια της λογικής του για να μπλέξει σ’ αυτό το μπέρδεμα κατά το πως όφειλε αν τελικά όφειλε κάτι τέτοιο κατά οποιονδήποτε τρόπο; Επομένως είχε τελικά εμφανιστεί στον έξω κόσμο χωρίς να ξέρει το πως έχοντας την υπόσταση μιας λίγο πολύ λογικής οντότητας και δεν ήταν εκεί πάνω από έξι ή επτά ώρες όταν άρχισε να αναρωτιέται αν είχε τα λογικά του. Ώρες μετρημένες στο ίδιο ρολόι του οποίου οι κτύποι είχαν ακουστεί αναρίθμητες φορές να σημαίνουν στο κελί του τις ώρες και τα μισάωρα κι έτσι στην αρχή ήταν κατά μια έννοια κάτι καθησυχαστικό μέχρι που στο τέλος πανικοβλήθηκε καθώς οι κτύποι δεν ακουγόντουσαν τώρα πιο καθαρά απ’ ότι όταν θεωρητικά χτυπούσαν πίσω από τους τέσσερις του τοίχους. Ύστερα προσπάθησε να παρηγορηθεί με τη σκέψη κάποιου να τρέχει μέσα στο ηλιοβασίλεμα προς τη δύση προσπαθώντας να δει καλύτερα την Αφροδίτη αλλά δεν τα κατάφερε. Το ίδιο συνέβη και με τον μόνο άλλο ήχο τον ήχο των κραυγών τον ήχο που έδινε ζωή στη μοναξιά του με το κεφάλι μέσα στα χέρια έμεινε καθισμένος στο τραπέζι σα χαμένος μέσα στον πόνο. Το ίδιο συνέβη και με το ρολόι και τις κραυγές ακόμη και τώρα δε μπορούσε να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το μέρος απ’ όπου ακουγόντουσαν όχι περισσότερο απ’ ότι πριν όπως κι ήταν φυσικό. Σχετικά με το ρολόι και τις κραυγές συνέβη το ίδιο ακόμη και τώρα δηλαδή δε μπορούσε να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το μέρος απ’ όπου ακουγόντουσαν όπως το ίδιο συνέβη και πριν που κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο. Συγκεντρώνοντας τα απομεινάρια της λογικής του προσπάθησε να παρηγορηθεί με τη σκέψη πως ίσως η μνήμη του να έσφαλε σ’ ό,τι αφορούσε τον μέσα χώρο αλλά δεν τα κατάφερε. Προς ακόμη μεγαλύτερη του σύγχυση ο βηματισμός του ήταν αθόρυβος σα να περπατούσε ξυπόλυτος στο πάτωμα. Έτσι λοιπόν και τα δυο του αυτιά απ’ το κακό στο χειρότερο μέχρι που στο τέλος έπαψε αν όχι να ακούει τότε να αφουγκράζεται γι’ αυτό κι άρχισε να ψάχνει γύρω του με τα μάτια. Ως αποτέλεσμα βρέθηκε τελικά σε ένα τεράστιο λιβάδι αυτό αν μη τι άλλο εξηγούσε το βηματισμό του αλλά λίγο μετά λες και για πάρει κάτι πίσω αυτό το ίδιο γεγονός κατέληξε με κάποιο τρόπο να επιτείνει την αγωνία του. Γιατί όσο κι αν προσπάθησε δε μπόρεσε να θυμηθεί κάποιο λιβάδι που να μη μπορούσες να βρεις καθόλου πουθενά κάποιου είδους όριο αντί γι’ αυτό βρισκόταν πάντα σε κάποια συνοικία, σε κάποια γειτονιά όπου υπήρχε και κάποιο σύνορο όπως παραδείγματος χάριν ένας φράχτης ή κάποιο άλλο περιοριστικό μέσο που τον έκανε να γυρίσει. Και να γίνουν ακόμη χειρότερα τα πράγματα διαπίστωσε με μια πιο προσεκτική ματιά πως αυτό δεν ήταν το κοντό πράσινο γρασίδι που έτρωγαν αγέλες και κοπάδια καθώς θυμόταν αυτό ήταν μακρύ και είχε ένα ελαφρύ γκρίζο χρώμα που σε σημεία έμοιαζε ξασπρισμένο. Ύστερα προσπάθησε να παρηγορηθεί με τη σκέψη πως η μνήμη του έσφαλε σ’ ό,τι αφορούσε την ύπαιθρο αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι λοιπόν και τα δυο του μάτια από το κακό στο χειρότερο μέχρι που στο τέλος έπαψε αν όχι να κοιτάζει τότε να βλέπει (γύρω του ή ακόμη πιο κοντά) γι’ αυτό κι άρχισε να σκέφτεται. Θέλοντας να βρει γι’ αυτό το σκοπό μια πέτρα να κάτσει όπως ο Βάλτερ με τα πόδια σταυρωμένα το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να παγώσει και να σταθεί εντελώς ακίνητος πράγμα το οποίο κι έκανε ύστερα από μια στιγμή δισταγμού κι ασφαλώς να σκύψει και το κεφάλι του σαν κάποιος σε βαθιά περισυλλογή πράγμα το οποίο έκανε επίσης ύστερα από μια στιγμή δισταγμού. Σύντομα όμως αφού κουράστηκε να ψάχνει στα απομεινάρια προχώρησε μέσα στο ψηλό και ξασπρισμένο γρασίδι έχοντας αποδεχτεί το ότι δεν ήξερε που βρίσκεται ή με ποιο τρόπο θα γυρίσει στο μέρος που απ’ το οποίο δεν ήξερε πως είχε έρθει. Συνέχισε έτσι χωρίς να ξέρει χωρίς να βλέπει πουθενά μια άκρη. Χωρίς να ξέρει κι επιπλέον χωρίς να έχει καμία επιθυμία να μάθει χωρίς να έχει μάλιστα την οποιαδήποτε επιθυμία ούτε λοιπόν και λύπη πέρα απ’ το ότι επιθυμούσε τα χτυπήματα και οι κραυγές να σταματήσουν οριστικά και λυπόταν που δεν είχαν σταματήσει. Τα χτυπήματα αμυδρά τώρα δυνατά τώρα σα να τα έφερνα ο άνεμος κι όμως ούτε ανάσα και οι κραυγές αμυδρές τώρα δυνατές τώρα.

3. 
Έτσι συνέχισε μέχρι που σταμάτησε όταν μέσα στα αυτιά του βαθιά μέσα ένα ω πόσο κι εκεί μια λέξη που του διέφυγε να τέλειωνε εκεί όπου ποτέ πριν. Σιγή λοιπόν πριν απ’ το σύντομα στην τόση αναμονή ξανά τόση που ίσως ποτέ πια ξανά κι ύστερα βαθιά μέσα του ένα αμυδρό ω πόσο κι εκεί αυτή η λέξη που του διέφυγε ξανά να τέλειωνε εκεί όπου ποτέ πριν. Σε κάθε περίπτωση ό,τι κι αν ήταν αυτό το οποίο να τέλειωνε και τα λοιπά δεν ήταν ήδη αυτός έτσι όπως στεκόταν εκεί μαζεμένος σκυφτός και στα αυτιά του βαθιά μέσα ξανά και ξανά ένα αμυδρό ω πως κάτι και τα λοιπά δεν ήταν λοιπόν απ’ όσο μπορούσε να ξέρει ήδη εκεί όπου ποτέ πριν; Γιατί πως είναι δυνατόν κάποιος σαν κι αυτόν να είχε βρεθεί ήδη μια φορά εκεί και να μην είχε ριγήσει με τρόμο όταν βρέθηκε ξανά εκεί πράγμα που δεν είχε κάνει ούτε και είχε προσπαθήσει να βρει μάταιη παρηγοριά τρέμοντας στη υποτιθέμενη σκέψη πως αφού τα είχε καταφέρει και είχε βγει τότε θα μπορούσε να βγει ξανά με κάποιο τροπο όχι δεν έκανε ούτε αυτό. Εκεί λοιπόν όλη αυτή την ώρα εκεί όπου ποτέ πριν ξανά έχοντας σηκώσει το κεφάλι έχοντας ανοιχτά τα μάτια προς κάθε κατεύθυνση κανένας κίνδυνος καμιά ελπίδα να βρει τρόπο να βγει. Έπρεπε λοιπόν να συνεχίσει τώρα δίχως σκέψη τώρα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση ή αλλιώς να σταματήσει εκεί ανάλογα με την περίπτωση ανάλογα με αυτή τη λέξη που του διέφευγε αν ήταν προειδοποίηση αν ήταν μια λέξη όπως κρίμα ή κακό παραδείγματος χάριν βεβαίως τότε και το δίχως άλλο το πρώτο και στην αντίθετη περίπτωση τότε φυσικά το άλλο να σταματήσει δηλαδή εκεί. Τέτοια και χειρότερα τέτοια η ταραχή μες στο υποτιθέμενο μυαλό του μέχρι που δεν έμεινε τίποτα παρά μόνο ένα όλο και πιο αμυδρό βαθιά μέσα ω να τέλειωνε. Δίχως να έχει σημασία το πως ή το που. Ο χρόνος η θλίψη κι ο υποτιθέμενος εαυτός. Ω να τέλειωναν όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: