Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Φανφίξιον

Ινδία, πρόποδες των Ιμαλαΐων, σούρουπο. 

Πίσω από γυμνά κλαδιά, κρυμμένο μέσα σε ομίχλη και καπνούς δάφνης, ένα τεράστιο ιγκλού κομμένο στη μέση. Η ορχήστρα κουρδίζει. Δωδεκαθεϊστές με χλαμύδες και αντιανεμικά, παπαδάκια κατευθείαν από τον Άγιο Σπυρίδωνα Κέρκυρας σε ορθόδοξη αλληλεγγύη με τους άμουσους Σέρβους της χορωδίας, χορεύτριες μαζεμένες πηγαδάκι γύρω από ένα μανδαρίνο, μια Σαλώμη που επιμένει να λικνίζεται ημίγυμνη στο κρύο, χαμένη στον ευδαιμονικό παφλασμό του αφαλού της. Πιο κάτω, πέντε ψαράδες από τη Σκύρο προσπαθούν να στήσουν ισάριθμους μεταλλικούς δοκούς, μετακινώντας τους γύρω από τις εσοχές ενός τεράστιου ενυδρείου, πλημμυρισμένου με μικροσκοπικά μπλε καβούρια. Ένας άντρας με ξυρισμένο κεφάλι μετράει αποστάσεις και τοποθετεί κουδουνάκια από κασσίτερο κατά μήκος της σκηνής. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, νερό, γη κι αέρας σβήνουν μέσα σε περιοδικές εκρήξεις φωτός, μπλεγμένες μέσα στις κομματιασμένες διαδοχές τους, καθώς όλα πέφτουν άχρονα κι απαλά, αφήνοντας στη θέση τους τα τεράστια ηλεκτρονικά πάνελ των χορηγών όπου γαλαζοπράσινες φλαμπέ αρκούδες διαφημίζουν αλυσίδες ασιατικού μασάζ και βαζάκια με βερίκοκα βουτηγμένα σε μπράντι.

"Σ' αγαπάμε, γιατί, όμως, γιατί;"
"Είστε ηλίθιοι."
"Σ' αγαπάμε."
"Ηλίθιοι."
"Όχι."
"Εσύ, εσύ. Ξαναπέστο." 
"Σ' αγαπάμε."

Ο Σταμάτης στέκεται κάτω από μια χαλύβδινη πλάκα που συγκρατεί αλλεπάλληλα στρώματα βρώμικου πάγου και ξύνει την άκρη της τραγιάσκας του με ένα χρυσό σκήπτρο. Ανασαίνει βαριά, είναι ιδρωμένος, το αρκουδοτόμαρο κολλάει στο δέρμα του. Κοιτάζει τη χορωδία προβληματισμένος κι αφήνει το ψύχος να περάσει μέσα του, σφιχτό και άτσαλο, συγκεντρωμένο σε αποπροσανατολισμένες ριπές που θρυμματίζονται πάνω στα κόκαλα του σαν κιμωλία. Τι διάολο, κάθεται ξανά στο καλωδιωμένο κλειδοκύμβαλο, περνάει στα γρήγορα ένα δυο ηλεκτρισμένα θέματα από το μεγάλο βιβλίο των νησιώτικων κι ύστερα τα πράγματα σοβαρεύουν: Κέτερ, Χόκμαχ, Μπίναχ, Ιέσεντ, Γκεμπούραχ, Τίφερετ, Νέζαχ, Χοντ, Γιεσόντ, Μαλκούτ και Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, κάθε τι παίρνει τη θέση του, κι όλα μαζί ισορροπούν χαρωπά πάνω στη ρυθμολογία του αριστερού του χεριού, όλα μαζί απλώνουν ξέγνοιαστα κάτω από το χάδι του δεξιού του χεριού, κι αυτός έξοχος, λαμπρός, εξηγεί τι εστί ραστ χιτζάζ, ουσάκ ξεπαστρεμένο και σαμπάχ της απελπισίας, κάνοντας ενδιάμεση στάση στο Σάλτσμπουργκ για ζεστή σοκολάτα. 

"Πάμε λίγο."

Τα έγχορδα αφήνουν ένα glissando σαν χιονοστιβάδα, οι τούμπες ερεθίζονται, τα έγχορδα πέφτουν με βία πάνω τους κι αυτές αντιδρούν, δαγκώνοντας τα. Οι Σέρβοι είναι οι πρώτοι που παρατηρούν πως η ομίχλη, συγκεντρωμένη γύρω από τα τεράστια ηλεκτροστατικά ηχεία, μοιάζει να παίρνει σχήμα και υφή, σαν ασπράδι αυγού που στερεοποιείται. Την ίδια στιγμή, αρκετές υπερχορδές συντονίζουν πειθήνια τον αφρό των βαρυτικών τους κυμάτων πάνω σ’ ένα ζόρικο καραντουζένι. Κάτι γίνεται. Ο Σταμάτης αφήνει ένα χαμηλό Σι να μακραίνει πάνω στην προκρούστεια κλίνη των πεταλιών του, πειράζει μερικά φίλτρα, οι χαμηλές συχνότητες μπουκώνουν με στατική ακαθαρσία, ο βόμβος γίνεται βόρβορος, σηκώνει το σκήπτρο με το αριστερό του χέρι και η χορωδία αναδύεται από τον πυθμένα, χαϊδεύοντας το μαλακό υπογάστριο της ομίχλης, καθώς αυτή επεκτείνεται, στερεωμένη σε δυο μεγάλες κάμαρες που συγκρατούν έναν περιστρεφόμενο τρούλο.

Και κάπου εδώ ο Σταμάτης ξυπνάει, πίνει λίγο νερό και κάνει το σταυρό του. Ακόμη μια θεσπέσια ημέρα. Στο όνομα του Ιησού Χριστού, Αμήν. Ο κόσμος δεν έχει τέλος, Αμήν. Ξεκίνα Σταμάτη, ξεκίνα την ημέρα σου Σταμάτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: