Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Το βουνό που αγάπησα

Όταν ο Γισύρτης, ο γιος του Ονέρτιστου, έκλεισε τα είκοσι, μάζεψε τα υπάρχοντα του κι αναζήτησε στο βουνό την τύχη της ελευθερίας του. Κοιμήθηκε στο κρύο, ήπιε γάργαρο νερό, μα με το πέρασμα του καιρού οι συνειρμοί της φυγής θόλωσαν την κρίση και τη διάνοια του, οι κακουχίες εξασθένισαν την υγεία του. Απέκτησε ένα επίμονο βηχαλάκι, ξηροδερμία, και τέλος, γνώρισε τη θλίψη της κυριολεξίας. Η απελπισία είναι κακός σύμβουλος. Ο Γισύρτης αποφάσισε να κατέβει πια στην πόλη, να αγοράσει κάτι, οτιδήποτε, να αδειάσει τις τσέπες του σ' ένα ζητιάνο, και τότε και μόνον τότε, να φύγει για την έρημο. Χωρίς να χάσει καιρό, μάλωσε με τ’ αγρίμια, έσπασε πιθάρια και κανάτες, κι αφού έκλαψε ώρα πολλή μέσα στα συντρίμμια της καλύβας του, κλώτσησε την ετοιμόρροπη πόρτα και με μεγάλες δρασκελιές κατέβηκε το βουνό. Μπαίνοντας στην πόλη, όρμησε με φόρα στο πρώτο κατάστημα που βρέθηκε μπροστά του, κι εκεί διάλεξε ένα τουρμπάνι κεντημένο με βαθυγάλαζη κλωστή, χοντρή σα μακαρόνι. Ο μαγαζάτορας παρέδωσε το εμπόρευμα με τον ενθουσιασμό μετρημένο στο διάπλατο άνοιγμα των χεριών του, ενώ δεν έδειξε να ενοχλείται ιδιαίτερα από την απροθυμία του πελάτη του για παζάρια. Ο Γισύρτης φόρεσε βιαστικά το τουρμπάνι, φρόντισε αυτό να γέρνει λίγο προς τα αριστερά, κατά πως το συνήθιζαν οι καμηλιέρηδες της πιάτσας, κι ύστερα στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη και πήρε να ψάχνει για την πιο απειλητική γωνία του προσώπου του. Κι όσο αυτός ψαχνόταν και ψαχνόταν, οι κόρες του μαγαζάτορα έσφιγγαν τα πόδια τους κι αντάλλαζαν αγκωνιές πίσω από μια μεταξωτή κουρτίνα, και κάθε φορά που σήκωναν κλεφτά την άκρη της, πεταλούδες ξεμύτιζαν κάτω απ’ τα γιακαδάκια τους, περιστρεφόμενες σε ζαλισμένα σχήματα, διακεκομμένα από τομές ελεύθερης πτώσης. Ικανοποιημένος και με το βλέμμα καρφωμένο στον καθρέφτη, ο Γισύρτης πισωπάτησε προς την πόρτα, κουνώντας ταυτόχρονα δυο δάχτυλα του αριστερού χεριού σε μια περίεργη αναπαράσταση του βαδίσματος του, κάτι σα σινιάλο κι αποχαιρετισμός. Την ίδια στιγμή, ένας ζητιάνος έμπαινε αλαφιασμένος στο κατάστημα ψάχνοντας για τον καθρέφτη, πρόθυμος να καθαρίσει τη γενειάδα του από τις μύγες· ήθελε η εμφάνισή του να 'ναι αξιοπρεπής προτού αφήσει την καλημέρα του στην Βρισμούδα, την μικρότερη κόρη του μαγαζάτορα, την πιο φαρμακερή. Αφού ο Γισύρτης ξεμπέρδεψε και μ' αυτό, περπάτησε μέχρι τις παρυφές της ερήμου, μύρισε τους θάμνους με τα ευωδιαστά κίτρινα λουλούδια κι ύστερα προχώρησε προς τον αχνιστό ορίζοντα. Τέλος, αφού βεβαιώθηκε πως είχε ξεμακρύνει αρκετά, διάλεξε ένα καλό σημείο πίσω από ένα μοναχικό αμμόλοφο, ξελάφρωσε την κύστη του, τίναξε την αδιακρισία μας, και πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: