Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Το χωράφι μες στο σύμπαν

Το χωράφι χρόνια παρατημένο, γεμάτο μ’ αγριόχορτα και βαθιές νερολακούβες, που μαζί με το βροχόνερο κρατούσαν και τις αναμνήσεις του συχνά λασπωμένου από τη μπακακοθηρία, Τίμου, και στη μέση μια μονίμως ανθισμένη λεμονιά, αντάρτης έτοιμος να σκορπίσει κιτρικές εκρήξεις πάνω στο πράσινο καθεστώς των ζιζανίων. 

Ο Τίμος κληρονόμησε το χωράφι έτσι και δεν ξανασχολήθηκε, βολικά δεσμευμένος από την πατρική εντολή που το 'θελε αναξιοποίητο. Νόθευσε λοιπόν, την υποδειγματική αγροτική ζωή -μόχθος, συνέπεια, καλή καρδιά- με την επιβεβλημένη αδιαφορία, εξασφαλίζοντας έτσι μια ηρεμία που προτιμούσε να την αφήσει ασάλευτη όσο κι αν το ζουρζούβουλο τσούρμο των καφενείων προσπαθούσε να του αλλάξει γνώμη, πότε με πειράγματα και πότε με ψαρωτικές προσφορές αγοράς. Ο Τίμος αντιμετώπιζε τις πιέσεις με παροιμιώδη απάθεια, μιας και παραχωρώντας το χωράφι ως κοινόχρηστο χώρο σποράς πειραγμάτων, απαλλασσόταν οριστικά από την ουσιαστική του εκμετάλλευση.

Μοναδικοί ταραξίες αυτής της συνθηκολόγησης ήταν τα περιστέρια του γείτονά του, Γιάγκου. Μαζεμένα στην αυλή, σκόρπιζαν στον αέρα για να ανασυνταχθούν μπροστά στη λεμονιά, γουργουρίζοντας υποτιμητικά προς τον Τίμο, εντολοδόχοι μιας άλλης, άγνωστης διαθήκης που η εκτέλεση της έμοιαζε κάθε φορά και πιο επείγουσα, λες και η ονειρική -μέσα στο πλέγμα της επανάληψης- διάσταση του συμβάντος να ήταν η γέφυρα προς μια διαφορετική γνωριμία με το χωράφι. Κυριευμένος από τον τρόμο, θεατής του ίδιου του εαυτού του και εντολέας γενικής συσκότισης στα πάνω κέντρα, υπό την απειλή βομβαρδισμών υπαρξιακής καρπαζιάς, ο Τίμος γύριζε πλάτη κι έτρεχε προς το καφενείο όπου τον περίμενε το τσίπουρο.

Ο Γιάγκος τώρα, ήταν άτομο μυστηριώδες και αντίχριστο. Προφασιζόμενος αλλεργία στην αρκουδότριχα και δυσανεξία στο θυμίαμα, είχε μνημειωδώς αρνηθεί να φιλήσει το χέρι του παπα-Σέβου, διχάζοντας το ποίμνιο, με τους απηυδισμένους απ’ την τυραννία του αυταρχικού κληρικού να επικροτούν, και τους ευσεβείς να αξιώνουν τη γρονθοκόπηση του βέβηλου σε ανοιχτή μονομαχία με τον θηριώδη ιερέα. Στο τέλος, τρεις ζηλωτές, τρία παληκάρια, φρόντισαν να περισώσουν το χριστιανικό προφίλ του παπα-Σέβου, δίνοντας όρκο ότι θα αναλάμβαναν οι ίδιοι την παραδειγματική τιμωρία του ασεβούς κουναβιού.

Και ήταν Ιούνιος, γύρω στις τρεις το μεσημέρι, κι απ' το πολύ το τσίπουρο η βοή της εθνικής οδού τραβούσε κοχλαστές παράλληλες στα μελίγγια του Τίμου, ο οποίος παραπατούσε, έσφιγγε τα μάτια του κι αμέσως μετά ευθυγράμμιζε την παρουσία του ως προς το νηφάλιο παράστημα. Προχορούσε προς το τέλος μιας ακολουθίας σπιτιών στο χρώμα του λάχανου και της βυσσινάδας, με τις ρωγμές του χρόνου να μοιάζουν σα δαγκωματιές πάνω σε τεράστια ζαχαρωτά, πασπαλισμένα με παρδαλό οίστρο. Κήποι όπου δρομάκια έτεμναν μακροσκελή τμήματα κουρασμένου γκαζόν, αγγελούδια σε δυσμενή μετάθεση, γέρνοντας βαριεστημένα τους κρουνούς τους, όλα, όλα ήταν μια μάταιη προσπάθεια. Ο Τίμος ένιωσε τη βαθιά υπογλυκαιμία να του μαρτυρά πως εκεί, η κάθε μέρα αναγγελλόταν με τουφεκιές ζαχαρίνης και πως μετά το πλύσιμο των πιάτων, οι νοικοκυρές κοίταζαν έξω από το παράθυρο, ελπίζοντας να δουν την ευτυχία που στα παραμύθια συγκοινωνούσε ακόμη και με τα υδραυλικά των τεράστιων συντριβανιών, αλλά το μόνο που έβλεπαν ήταν κότες και κοτόπουλα που ποτέ μα ποτέ δε γίνονται βασιλικά παγώνια πριν καταλήξουν στο φούρνο με πατάτες. 

Ο Ιούνιος του μιλούσε για το πήγαιν' έλα, και για το ενδεχόμενο να του φιλοτεχνούσαν το πορτραίτο σε μαυροπίνακα με κιμωλία, κι ο Τίμος αισθανόταν σεμνός, πολύ σεμνός, σχεδόν περίγραμμα. Κάτι στο μυαλό του χόρεψε μάμπο, τον έπιασε στοργικά από το χέρι και τον οδήγησε μέσα σ' ένα σικ σαλόνι όπου μέχρι και οι εμπριμέ ταπετσαρίες θα φούσκωναν από αγάπη για έναν μαυρούκο πιανίστα -κορίτσια, αλκοόλ, οι προσευχές της νύχτας να τον μνημονεύουν. Φουρκισμένος θα έπαιζε τίποτα ερωτοχτυπημένα σανσόν στο πιάνο -πάθη που θα μιλούσαν για πάθη, για το σκουλήκι στο μήλο, για το νεκρό φως του ψυγείου και για τη σβολιασμένη μπεσαμέλ της αγάπης. Τρίχες μαδημένες από τα μουστάκια του Βαρώνου Μινχάουζεν θα απαντούσε ο Τίμος στο γουόκι τόκι, μιλώντας με τον πιστό του μαυρούκο· τρίχες θα επαναλάμβανε, καπνίζοντας το ζοχάδιασμα κι ετοιμάζοντας την ανάσα του για τα συγκρατημένα δύσθυμα βογκητά του τελειομανή μπον βιβέρ. Και στ' αλήθεια, η λεπτότητα των τρόπων του θα γινόταν ανυπόφορη, τα κορίτσια του θα ξεκινούσαν κάτι μικρές επαναστάσεις που θα τις ενθάρρυνε κι ο ίδιος, κι έπειτα θα εξαφανιζόταν, αφήνοντας στο πόδι του τον πιστό του μαυρούκο -κορίτσια, αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε- και να σου ξανά ο Τίμος, ήπιος και θιγμένος, να προετοιμάζει την αυτοκρατορία της τσιριμόνιας.

Η Σελήνη, χιχιρίζοντας, κακαρίζοντας κι ελαφρά χοροπηδώντας, πέρασε κάτω από δυο γύψινα ομοιώματα λιονταριών κι άρχισε να τον καταβρέχει με το λάστιχο. Ο Τίμος αφέθηκε στο έλεος της, φτύνοντας νερό απ’ το στόμα, σαν γερογρουσούζης που φανερώνει, όχι χωρίς κάποιο ψήγμα κομπασμού, την ιδιαίτερη του σχέση με την κακοδαιμονία. Εκεί, με την πλάτη βρεγμένη στον τοίχο, έκλεισε τα μάτια στην εικόνα της τρισχαριτωμένης Σελήνης να χαμογελάει στον ίδιο της τον εαυτό. Ο ίδιος, σαν άλλος Συρανό, κρυμμένος κάτω από ένα μπαλκόνι, θα συμβούλευε έναν λιμοκοντόρο που θα την είχε αγαπήσει. Ξαφνικά, ο αφανής του πόθος θα αποκτούσε συνείδηση και θ’ άρχιζε να τον σκουντάει -τώρα, τώρα, τώρα- και να σου ο Τίμος πάνω στον λιμοκοντόρο, κάνοντας υπόκλιση και ξεσκονίζοντας τα μανίκια του, με το φεγγαρόφως να περνάει μέσα από τα κάγκελα και να του χαρίζει τις κάθετες ρίγες που αδυνατίζουν.

Ο Τίμος άνοιξε τα μάτια του και την είδε να μακραίνει προς το σπίτι της, αγκιστρωμένη πάνω του. Μούγκρισε σαν καχεκτικός Βίκινγκ, κάνοντας ταυτόχρονα και κάποια απειλητική κίνηση, και ύστερα άρχισε να τρέχει, όπου φύγει φύγει. Φτάνοντας στη στροφή του δρόμου, έπεσε πάνω στον Παπα-Σέβο και την κουστωδία του. Ο φιλεύσπλαχνος ιερέας τον απώθησε με τους αγκώνες του, τον κλώτσησε στο καλάμι, και έπειτα τον άφησε για να συνεχίσει τη σταυροφορία.

Σκαρφαλωμένος πάνω στη λεμονιά, ο Γιάγκος είδε τους τιμωρούς του να καταφτάνουν μέσα απ' τις βαμπακιές. Ενθουσιασμένος ένιωσε την κοιλιά του να γουργουρίζει από αδημονία. Τα περιστέρια παρατάχθηκαν σε σειρά κι ο Παπά-Σέβος, εκνευρισμένος διέταξε τη συμμορία να επιταχύνει. Τα περιστέρια παραμέρισαν μα ο Γιάγκος ξεκίνσε με χριστοπαναγίες και καντήλια, απειλώντας να τους ταΐσει τα αμελέτητα του, εκσφενδονίζοντας λεμόνια, και για κάθε ένα που έκοβε, ένα καινούριο φύτρωνε αστραπιαία κι ήταν ο φόβος τους σαν δυο φωτογραφίες της λεμονιάς -μια με λεμόνια, μια χωρίς- που τις κοιτούσαν σαστισμένοι, σα να 'ταν τα επαναλαμβανόμενα καρέ μιας ολιγόλεπτης ταινίας τρόμου, όπου έπρεπε να πέσουν οι τίτλοι τέλους για να διαβάσουν την προτροπή “τρεχάτε ποδαράκια μου”.

Ύστερα απ' όλα αυτά, η λεμονιά σφήνωσε στη ζωή των κατοίκων, οι οποίοι ζούσαν πια με την έγνοια της, προσπαθώντας να βρουν τρόπο να απαλύνουν αυτό που 'τσουζε τα τσαούλια τους, ότι το 'χαν αφήσει εγκληματικά ως δευτερεύον -το ολάνθιστο θαύμα- κι ασχολιόνταν με το αν γέννησε η κατσίκα, κατσικογαϊδαράκια κι άλλα πικάντικα. Κι έτσι ξημεροβραδιαζόντουσαν πράγματι στο κτήμα, ψάχνοντας με ευαγγέλια, καζαμίες και φλογέρες την ανοχή του Τίμου. Στο καφενείο η πόκα πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Τα παππούδια συντόνισαν ευχαρίστως τις μαγκούρες τους στο γενικό μένος, και το τι θυμόντουσαν και το τι φαντάζονταν δεν είχε πια καμιά σημασία, καθώς όλοι πια τσακώνονταν για το ποιος είχε στ' αλήθεια δει τον εξαποδώ με δυο λεμόνια καρφωμένα στα κέρατα του. Ο Γιάγκος απουσίασε για μερικούς μήνες, κι όταν επέστρεψε οι κατσικογάιδαροι είχαν φάει πια τα λεμόνια και το παρών στο χωράφι το 'διναν μονάχα κάτι μεθυσμένα αγροτόπαιδα, που μύριζαν όχι το θειάφι του εξαποδώ μα τους λεμονανθούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: