Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Βόας η Τάρτα Φράουλα

Στ' αλήθεια, αυτό που φοβάσαι είναι μη και καταλήξεις κυνικός, έλεγε μ' ένα στραβό χαμόγελο η Θεία Βιργινία, κι εγώ δυστυχώς δεν είχα να της προσφέρω άλλη απόκριση πέρα από ένα αναψοκοκκίνισμα που θα μπορούσε να σημαίνει χίλια δυο τόσα πράγματα. Τη θυμάμαι να έχει μόλις επιστρέψει από την Αθήνα, τάχα μου τάχα μου τοποτηρητής, ακόμη πολύ περήφανη γι' αυτές τις μουσταρδί αλήθειες που άφηνε να τρέξουν με τρόπο από το στόμα της, γαρνίροντας τες με κάτι δραματικά "αχ ας πεθάνω", λες και η ειλικρίνεια συνιστούσε κάποια θανατερή ασχολία την οποία αρνιόταν να εγκαταλείψει.

Κάναμε όλοι μας τρομερή υπομονή με τη Βιργινία, ο καθένας προσπαθώντας να βρει τους δικούς του λόγους στην ανοχή. Άκουγες συχνά τον πατέρα μου να επαινεί τη μαγειρική της -είχε αναλάβει τα της κουζίνας για να διευκολύνει τη μάνα μου που δούλευε- ή τον τρόπο με τον οποίο πότιζε τον πίσω κήπο -με το τσιγάρο μονίμως στο χέρι, και το στόμα της να εκτοξεύει απειλές περί σοδομισμού των κερασιών, του νερού, και όλων των ιχνοστοιχείων. Η γιαγιά δεν έχανε ευκαιρία να επιστρέφει στα ένδοξα μαθητικά χρόνια της κόρης της, τότε που η Βιργινία έπαιζε βιολί κι αρίστευε, ενώ εγώ τη φανταζόμουν να καθρεφτίζεται πλαγίως στο μεγάλο ενυδρείο του παλιού μας σπιτιού, με το δοξάρι να θρηνεί κάτι ασυντόνιστες τρίλιες, οι οποίες δεν στερούνταν, βέβαια, μια κάποια αρετή προοικονομίας. Η μάνα μου, από την άλλη, σε κάθε παραξενιά της μεγάλης της αδελφής αντίκριζε την κατοπτρική εικόνα των ίδιων της των κριμάτων, τα οποία και κάλυπτε με το να της δίνει σχεδόν αφόρετα τα ρούχα που υποτίθεται ότι αγόραζε για την ίδια. 

Κατά τα άλλα, το καταλάβαινα, πολλοί ήταν αυτή που αντιπαθούσαν τη Βιργινία. Μαζί με όλα της τα χαζά, ήταν και εξοργιστικά αρνητική -θυμάμαι ακόμη το διπλό ρω της λέξης αντίρρηση φέρνοντας στο μυαλό μου τη Βιργινία να κρατιέται πάνω της και με τα δυο της χέρια. Μετρούσε και την τελευταία χάντρα στο κομπολόι των όχι και των μη της κι ύστερα αναστέναζε, λέγοντας με εκείνη την περίεργη προφορά της, αχ γαϊδουράκια μου, κάποιοι άνθρωποι βγαίνουν εκτός εαυτού για να μην περιαυτολογούν. Άλλες φορές σοβάρευε απότομα την προφορά της, θέλοντας να κοροϊδέψει φράσεις που -παραδόξως- έστεκαν σωστές, όπως ότι καλό είναι να πλένουμε τα χέρια μας πριν φάμε ή ότι το να υπολογίσει κανείς το δίκαιο που του αναλογεί είναι πολύ δυσκολότερο από το να το διεκδικήσει, κι έπειτα πείσμωνε μόνη της κι αρνιόταν να ισιώσει φωνήεν, αντικαθιστώντας τις λέξεις με κάτι που έμοιαζε με βουητό που περνάει μέσα από σύμφωνα.

Μαζί μου μιλούσε λες και ήμουν κανένα αγαθό χωριατόπαιδο, πράγμα που έβρισκε εξόχως διασκεδαστικό, μιας και δεν έχανε ευκαιρία να χειροτερέψει την ήδη αστεία προφορά της, δείχνοντας μου πως προσπαθεί ειλικρινά να συνεννοηθούμε. Τις πιο πολλές φορές κοιμόταν όπου έβρισκε, στον ξενώνα όμως δεν μπορούσε να βολευτεί με τίποτα· ο πρωινός ήλιος έφτανε ζαλισμένος μέσα από τον φεγγίτη και την ξυπνούσε με κάτι μεταπυρηνικές φρίκες -κουσούρια και κατάλοιπα από την εποχή που έβλεπε τις βιντεοταινίες με το τσουβάλι- οπότε άλλες φορές ξάπλωνε στους καναπέδες, κι άλλες φορές σ' ένα ράντζο, στο δωμάτιο μου. Όχι, δεν ροχάλιζε, αλλά λίγο πριν τα ξημερώματα σηκωνόταν κι άρχιζε να στριφογυρίζει σα να χρονομετρούσε το ενδεχόμενο να μην ξανακοιμηθεί ποτέ στη ζωή της. Μόλις έκανα να διαμαρτυρηθώ, θυμόταν με πείσμα πως όταν ήμουν μικρός με ξεσκάτιζε, με πήγαινε στις κούνιες, και μου 'κανε όλα τα χατήρια. Έκανα πως κοιμόμουν, δεν της έδινα σημασία. 

Η αλήθεια είναι πως μετρούσα ήδη τις μέρες που απέμεναν μέχρι ν’ αρχίσω να διαμαρτύρομαι προς πάσα κατεύθυνση (είχα ορίσει ένα συγκεκριμένο αριθμό τον οποίο πια δεν θυμάμαι). Η θεία είχε αρχίσει να σαλτάρει. Μήτε έτρωγε, μήτε έβριζε -πράμα εξαιρετικά ανησυχητικό- άκρη δεν έβρισκες μαζί της, ούτε και σου έλεγε τι ήθελε, μόνο καθόταν σιωπηλή και στοιχειοθετούσε τις μελλοντικές μας καταδίκες, χτυπώντας τα δάχτυλα της στο τραπέζι. Όταν τελικά άνοιγε το στόμα της, μας ανακοίνωνε πως αυτή ήταν ακόμη μια σιωπή αφιερωμένη στη φρίκη της ελληνικής επαρχίας, και ύστερα ξανασώπαινε. Σε μια προσπάθεια να πάρει τα πάνω της, η μάνα μου είχε τηλεφωνήσει σε 'κείνη τη μουρλή τη φίλη της, την Ουρανία, και την είχε καλέσει να μας επισκεφτεί. Μέχρι τότε, την Ουρανία δε την είχα ακουστά. Αργότερα έμαθα πως αυτές οι δύο γνωρίζονταν από τον καιρό που η Βιργινία είχε πρωτοφύγει στην Αθήνα· νοίκιαζαν μαζί ένα υπόγειο και τα κουτσόφερναν βόλτα με την Βιργινία να δουλεύει περιστασιακά και την Ουρανία να τη χαρτζιλικώνει κάποιος συγγενής της.

Τι να πω. Η Ουρανία ήταν ένα κορίτσι σκέτος πευκώνας βλακείας. Γελούσε, πράσινη και χαρωπή, και πάνω της ανέμιζαν τσαλίμια, χειρονομίες και τρόποι ξεσηκωμένοι από ταινίες εποχής. Η Βιργινία, από την άλλη, δεν ήταν χαζή, το κάθε άλλο, είχαν όμως άλλα κοινά. Παράδειγμα. Όταν ήθελαν να ζυγίσουν κάτι που το βάρος της απόφασης κατέληγε να μη τους κάνει, ας πούμε να βγουν έξω το βράδυ ή να μη κάτσουν μέσα, τότε το ξαναζύγιζαν τοποθετώντας ως αντίβαρο μια άλλη ζυγαριά η οποία ζύγιζε το ενδεχόμενο να σκυλιάσουν στο σπίτι ή να βγουν και να γυρίσουν πίσω άπραγες (...) οπότε σαφώς και είχαν πάντα κι από ένα νέο προστιθέμενο δίλημμα ν' ασχολούνται. Τα βράδια λοιπόν, έμεναν μέσα και το 'τσουζαν μέχρι να γίνουν και οι δυο τους χώμα απ’ τα λικέρ ή τι στο διάολο έπιναν εκείνο τον καιρό, κρύβοντας και το τελευταίο βαρίδι πίσω από τις αναθυμιάσεις της πιο σπλαχνικής μετάνοιας που διέθεταν για τους εαυτούς τους. 

Κάπως έτσι το καλοκαίρι μας βρήκε να λιώναμε στον πυρετό. 

Η Βιργινία βρισκόταν πάλι ανάμεσα σε κάποιο συμψηφισμό των εποχών, κι εγώ την ακολουθούσα στο παραλήρημα των θερμομέτρων, αλυσοδεμένος πάνω σε ένα ζιγκουράτ αμυγδαλίτιδας. Ένα βράδυ, αφού πρώτα με ξύπνησε -σσσσς- δήθεν προσεκτικά, πήγε και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού μου. Άκου, μου είπε, είμαι μέρες άγρυπνη, δε μπορώ να ονειρευτώ, τα όνειρα έχουν τραβηχτεί μέσα στον ξύπνιο, σαν άρση που αλλάζει σε θέση. Δεν ήξερα τι να της πώ, γι' αυτό την αγνόησα, ξανακοιμήθηκα και την ονειρεύτηκα μικρότερη και διαρκώς απελπισμένη, να θέλει να δώσει ένα άλλο όνομα στον αχώνευτό της εαυτό -χαμογελούσε πίσω από λιπάσματα και αγροεφόδια, μια σωστή Ολίβια Νιούτον Τζων των καφενείων. Ύστερα την είδα να κάθεται αμίλητη σ’ ένα τραπέζι. Στα χέρια της κρατούσε ένα λευκό μαντήλι δεμένο πάνω σ’ ένα μαύρο. Προσπαθούσε να το ξετυλίξει, ενώ εγώ περιφερόμουν μάταια έξω από το παλιό μας σπίτι, ψάχνοντάς τρόπο να περάσω την πόρτα. Μια βοή με κρατούσε πίσω, σαν να πατούσα διαρκώς πάνω σε λάθος χώμα. Σήκωνα σκόνη και προχωρούσα στα τυφλά, μέχρι που κάποια στιγμή βρέθηκα μπροστά της, να χτυπάω τα χέρια μου στο τραπέζι. 

Ξύπνησα την ίδια στιγμή, κάθιδρος, με το χέρια μου προτεταμένα. Ο ήλιος ξεραμένος. Κατέβασα τα χέρια στην κοιλία μου και περίμενα. Ένιωθα τον πυρετό να ανεβαίνει, τουρτούριζα ήρεμα τον εαυτό μου προς τη συνειδητοποίηση της κατάστασης, κι όταν κατάφερα τελικά να ανοίξω κάπως τα μάτια μου, την είδα να έχει σηκωθεί και να με κοιτάζει μ' ένα βλέμμα έτοιμο να συμφωνήσει με κάτι που παρέμενε και για τους δυο μας απροσδιόριστο. Κούνησε το κεφάλι της δείχνοντας μου με τρόπο την αφιλόξενη γεωμετρία του δωματίου, σαν να μου 'λεγε ότι από εδώ και στο εξής, καλά θα κάνεις να προσέχεις. Κάπου έσερναν έπιπλα, ένα πλυντήριο χτυπούσε περιφρονητικά, κι εγώ περίμενα κάποιον να έρθει και να με φωνάξει, κάποιον να μου ζητήσει να φύγω πριν γεμίσω σαπουνάδες.

Το μάτι της έτριζε πάνω στην άκρη του σεντονιού, και μια άσπρη σκόνη, σαν χτυπημένος σοβάς, έπεφτε πάνω στην κορυφή των αναπνοών μου. Δεν μπορούσα ν' ανασάνω. Η ησυχία στο δωμάτιο δέσποζε σαν κάτι επιβεβλημένο από την ίδια, μια οχύρωση δικής της έμπνευσης πίσω από τον συμπαντικό αναβρασμό. Προσπαθούσα ν’ αναπνεύσω από το στόμα αλλά δεν τα κατάφερνα. Αυτό που συνέβαινε έμοιαζε πρωτόγνωρο και για τους δυο μας -αυτό δεν μπορούσε να το κρύψει. Την έβλεπα εντυπωσιασμένη να παρατηρεί το κάθε τι μέσα στο δωμάτιο,  ακινητοποιημένο κάτω από τον ελαφρύ συριγμό των χειλιών μου. Τίποτα, ο ήχος της ανάσας μου ήταν σαν να είχε δραπετεύσει μέσα από κάποιο όνειρο, αλλά αυτό ήταν εφησυχαστικό· να διατηρείς αυτό που έχει ως τόπο του το οτιδήποτε εκτός από αυτό που σπάει όταν κοντεύεις πια να σκάσεις. Λόγια της Βιργινίας που ποτέ δεν είχαν ειπωθεί. Το χέρι μου ανέμιζε εκατοστά πάνω από το σεντόνι μου· μια κίνηση ασφυξίας. Πήγα να διαμαρτυρηθώ. Στάσου ακίνητος, μου είπε, ζωγραφίζω ένα καινούργιο αγόρι πάνω σου. 

Πόσο θα μπορούσε να αντέξει κάποιος γνωρίζοντας πως υπάρχει μόνο ως απόκριση στην κούραση των παλιών του τρόπων ή ως διάκοσμος κάποιου τρακ μπροστά στο καινούργιο -παραμιλούσα μήπως; Λέξεις με υφή ξεραμένης φρυγανιάς είχαν πλακώσει την αναπνοή μου. Συγκέντρωσα την προσοχή μου στις κουρτίνες, περίμενα μια κάποια κίνηση, ένα ανέμισμα να σημάνει το τέλος της καθήλωσης. Τώρα έρχεται μαζεμένη η ανάσα μηνών, σκεφτόμουν, τώρα, όπου να 'ναι. Η ασφυξία ψιθύριζε πάνω από το αυτί μου, το στόμα της συναρμολογημένο από επιβαρυμένα ψ σε προβολή· δεν την γνώριζα όμως αυτή τη φωνή -ακόμη καλύτερα!- δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε. Κάθε της συλλαβή αποτελούσε το συνεχές μιας συρραφής προσπαθειών, ανά πάσα στιγμή, περίμενα να διαλυθεί σε χιλιάδες μικρά σταγονίδια σάλιου. Ξαφνικά, ένιωσα ένα χέρι να με τραβάει. Γύρισα και είδα τη Βιργινία να προσπαθεί κάτι να μου πει.

"Απνευστί."

Απνευστί, κι όλη η πόλη αναπήδησε πάνω στον τεντωμένο εσπερινό. Έξω από το παράθυρο, ο ήλιος βρισκόταν σε μαγική πομπή, οι τοίχοι έμοιαζαν με φτιαγμένοι από χνουδωτό αμέθυστο, κι εγώ κοίταζα τις διαβαθμίσεις του φωτός, τόσο έντονα που την ίδια στιγμή ξέβαφαν λευκές πάνω στα μάτια μου. Απνευστί, επέστρεφε μια φωνή φουσκωμένη κόκκινο, σα σόναρ πάνω στον κλοιό των ρόδων. Λοιπόν απύρετος. Μπορώ όμως ακόμη να την ακούσω. Δεν τη γνωρίζω, όπως τελικά δεν γνωρίζω και τη Βιργινία. Γνωρίζω μόνο την αντήχηση μιας ξένης φωνής πάνω της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: