Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Αβέκ μουά

Φωτογραφίες, βινύλια, τσιγάρα, πρέπει να βρω κάποιον να μιλήσω και δεν έχω τίποτα απ' αυτά που συνήθως δεσμεύουν το χρόνο των ανθρώπων, δηλαδή φωτογραφίες, βινύλια, τίποτα. Έχω τσιγάρα αλλά δεν θέλω πάρε δώσε με τρακαδόρους.

Κάνει κρύο, νυστάζω, θα 'θελα να 'μουν ξαπλωμένη και να σκέφτομαι ανταγωνιστικά τη Σιβηρία, μα είμαι έξω στο κρύο, περπατάω σ' ένα δρόμο, κάπου, δεν έχω ιδέα πού, και το πεζοδρόμιο είναι στενό, τα αυτοκίνητα περνούν ξυστά δίπλα μου, εκνευρίζομαι. Πιο πέρα ο δρόμος ανοίγει σ' ανηφόρα και τότε κρεμμύδια ανθίζουν μέσα μου, παίρνω εκδίκηση και στρίβω -έχω ξαναστρίψει εδώ, θα ξαναστρίψω εδώ, σαν αλυσίδα σε γρανάζι- πάντως στρίβω.

Περπατάω και νιώθω πως με φαντάζεται να περπατάω έξω στο κρύο και να μην έχω ιδέα, πάντως περπατάω στ' αλήθεια κι ας ξεβράζει φαντασμένη η ζωή μου, πριν τη ζήσω, όπως την έχει φανταστεί αυτός για 'μένα, πριν τη ζήσει.

Περνάω έξω από ένα καφενείο, παππούδες μέσα κάνουν αποτοξίνωση απ' την ελπίδα, ο παραγιός πλένει την τζαμαρία κι εγώ καθρεφτίζομαι πάνω στα νερά -τζακ ποτ- προλαβαίνω να προηγηθώ της εικόνας και τότε ντύσιμο και χτένισμα τονίζονται με το πατημένο μαύρο των καρτούν περιγραμμάτων, κι έχω ξεπηδήσει μέσα από εσχατολογικές ανθολογίες, έχω αναπτύξει αντανακλαστικά στις χαμηλές του Chet Baker, είμαι μια διάσημη στεναχωρημένη, ξέρω τις λέξεις που περιγράφουν έμενα σε 'μένα για 'μένα, τις λέξεις που περιγράφουν εμένα σ' αυτόν, για 'μας.

Ένα φορτηγό περνάει δίπλα μου, το τζάμι τρίζει, η εικόνα μας προλαβαίνει. Πρέπει να προχωρήσουμε ανάμεσα στις λόγχες της συγκυρίας με το στομάχι ρουφηγμένο. 

Τι είπε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: