Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Παραλλαγή

Κατά τα άλλα, καλά. Τις όποιες απογευματινές εξόδους τις περνάω στην παραλία σχεδιάζοντας προοίμια μπεκροποσίας, πολύ αποφασισμένος, σχεδόν στα όρια μιας καταναγκαστικής προσποίησης, τόσο που τελικά δεν με πείθω. Στην παραλία βρίσκομαι και τώρα που σου γράφω. Ένα πουλί ξεφυσάει το απόγευμα σε χρωματιστούς τόνους, τα σύννεφα στέκονται λεία σαν από πλαστικοποιημένο άρωμα, ο ουρανός έχει γεμίσει με κάτι κίτρινες ψαλιδιές που θυμίζουν τη νοσταλγία των ηλιοτροπίων, κι εντάξει, όλο και κάτι πίνω.

Τέτοιες ώρες σκέφτομαι τα γράμματα σου. Συνεχίζω με τη σκέψη μου τις τελευταίες λέξεις ή ξαναγυρίζω πίσω, προσπαθώντας να συνθέσω τις περιγραφές σε αναπαραστάσεις -όλες βέβαια καταλήγουν να μοιάζουν με το έργο κάποιου που κάνει κολάζ ερωτηματικών- κι ύστερα τις περιγράφω ήρεμα πίσω στον εαυτό μου έτσι ώστε να συμπέσουν με τον επιστολικό λόγο και τα τερτίπια του. Όλα αυτά εδώ έξω, μέσα στο στρατόπεδο ο επιστολικός λόγος δεν μπορεί να δει κανένα χαΐρι με το να βρίσκεται μονίμως υπό την απειλή απαντήσεων στα ρεφρέν του Θέμη Αδαμαντίδη.

Προσπαθώ να διατηρήσω τις σχέσεις με τους φαντάρους σε καλό επίπεδο. Όντας ο μεγαλύτερος, απολαμβάνω κάποιο σεβασμό, εμπιστοσύνη. Τις άδειες ώρες πριν την αλλαγή σκοπιάς, ο χρόνος πιέζεται πάνω σου και σε ξετυλίγει σε δεκάλεπτα εξομολογήσεων, είναι κάπως λυτρωτικό, ένας τρόπος να εξουδετερώσεις τις μέρες που περνούν σαν ωρολογιακός μηχανισμός του τίποτα. Έτσι έχω συντονίσει αναίμακτους χωρισμούς, έχω παρηγορήσει κρητικάτσια, το είδος αυτό που αναστενάζει τον Ψηλορείτη βράχο βράχο (ή κάτι άλλο που χωρίς τον Ψηλορείτη δεν θα 'χε νόημα, οπότε και το παρακάμπτουν, νομίζω) -αμούστακα κρι κρι με αυθάδεια μαροκινού λιμπερτίνου, πάντα έτοιμα να βάλουν τα κλάματα στη θύμηση της Λεβεντογέννας- κι έχω γίνει και φίλος μ’ έναν παμπόνηρο Κοζανίτη, εκεί να δεις θέματα.

Δυστυχώς τα πρωινά δεν έχω πια την ηρεμία του γραφείου. Μ' έχουν τοποθετήσει στο λόχο που 'χει αναλάβει το συμμάζεμα κάτι κατσικόδρομων στο βόρειο τμήμα του νησιού, κι εκεί τα πράγματα είναι κάπως δύσκολα. Ένας πιτσιρικάς επιμένει να σκάβει ένα μέτρο βαθύτερα, ένας άλλος τον σιγοντάρει βαθαίνοντας πίσω και τα δικά μας αυλάκια. Έχεις δει γκάφα να ανοίγει κρατήρα; Τέτοια άνθη.

Ξεκινάμε χαράματα, στριμωγμένοι στη μερσεντές ενός χοντρού με πολιτικά, για τον οποίον κανείς δεν γνωρίζει, ούτε ενδιαφέρεται να μάθει τίποτα, πέρα απ’ το πότε έχει σκοπό να πλυθεί επαρκώς. Στέκεται έξω όσο εμείς στιβαζόμαστε μέσα στο αμάξι, μας αφήνει έτσι να τον περιμένουμε σα να 'χει μόλις συναρμολογήσει ένα παιχνίδι και κάθεται και το θαυμάζει. Καθώς ακόμη ξυπνάω, συνειδητοποιώ πως αυτό που πριν λίγο δεν προλάβαινε να γίνει ψέμα, τώρα ξεχαρβαλώνει σε βαριά δυσκίνητη αλήθεια· ο χρόνος στέκεται πάνω μου με αργή ανάσα αρπακτικού κι ο δείκτης δεν θέλει να προχωρήσει παρά κλωτσά το ίδιο ένα δευτερόλεπτο στον κώλο προς παραδειγματισμό όλων των υπολοίπων. Tελικά ο χοντρός βάζει μπρος μα η σκέψη μου είναι πια τόσο ακινητοποιημένη που ο ήχος της μηχανής προσγειώνεται πάνω στο σημείο όπου ξεκινούν οι συνειρμοί για να μου θυμίσει τράπουλα που ανακατεύεται. Και ξερνάει.

Αυτό βέβαια είναι κάτι που σκέφτομαι πολύ αργότερα, πάνω στις στροφές, πάνω από χαράδρες που μουγκρίζουν για την προσοχή σου, εκει νιώθεις την απροθυμία να μετατοπίζεται μαζί με το σώμα -για λίγο μένει τρομαγμένη αντικρίζοντας έξω απ' το τζάμι αυτό που εσύ προσπαθείς ν’ αγνοήσεις κι ύστερα πέφτει πάνω σου πιο συγκεκριμένη, πιο σίγουρη για το τι τελικά δεν άντεξες να δεις. Τις προάλλες ένας πιτσιρικάς κατέβηκε κάτω να κάνει εμετό. Τελικά κρατήθηκε αλλά καταλαβαίνεις. Δεν τον αδικώ.

Ο χοντρός υποτίθεται πως επιβλέπει. Συνήθως τον παίρνει ο ύπνος μέσα στο αμάξι με την εφημερίδα στο κεφάλι. Κοντά στο μεσημέρι σηκώνεται απ' το κάθισμα κι αρχίζει το τέντωμα κάπως αδιάφορος για το βαθούλωμα που του 'χει αφήσει ο λεβιές ταχυτήτων στο σημείο όπου εγώ κι εσύ έχουμε νεφρό. Ύστερα θυμάται το ταψί με τα κοτόπουλα στο πορτ μπαγκάζ κι αρχίζει να τεμαχίζει φτερούγες και μπούτια, προσκαλώντας μας να του κάνουμε παρέα. Έχω αδυνατίσει αισθητά.

Αυτά. Σκοτείνιασε, σε λίγο θα μπω μέσα, βιολιά και άρπες έκαναν το γύρο τους και ό,τι κατάλαβα, κατάλαβες. Η νύχτα είναι όμορφη και γαμημένη άσχημα συνάμα κι εγώ δεν είμαι σίγουρος αν έχω μαύρα μεσάνυχτα ή αν αυτό που ξέρω είναι πιο μαύρο απ' την άγνοια. Κάτι μέσα μου ξεφουσκώνει πάντως, κάτι πάνω στο οποίο πιέζονται ερωτήσεις με την κατάφαση στο κεφάλι της καρφίτσας, ξεφουσκώνει κι ο ήχος του μπερδεύεται με ψιθύρους στοιχισμένους όχι προς ένα κρεσέντο αλλά μάλλον προς την ανάμνηση του. Σα μαγνητοταινία παιγμένη ανάποδα, σβήνει μέσα στην ίδια απόφαση που στέκεται μετέωρη πριν τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει το rec. Κι εκεί ακριβώς η νύχτα αποκτά υπόσταση απέραντη -δηλαδή ολονύκτια- αν όχι για τους κουρασμένους απ’ τα σκαμπανεβάσματα των εντάσεων, τότε για αυτούς που το 'βαλαν σε πείσμα να ξαγρυπνήσουν το μερίδιο που λείπει απ’ το όνειρο των άλλων. Μιλάμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: