Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Tι έχει 3 γράμματα, 2 κεφάλια και πετάει πάνω απ' την Τεχεράνη;

ΦΙΛΟΙ ΜOY, ιερείς, δασκάλοι και δασκάλες

'Ηταν μιαν ακόμη ωραία νυχτιά στο θεσσαλικό κάμπο, κι ο Δημήτριος-Ιάκωβος, πέρα απ' τα δυο κεφάλια, την τσιγκελωτή ουρά και τον οστρακοειδή χιτώνα που φυσικά δε διέθετε το τηγανητό πτηνό που ανέμιζε ρητορεύοντας, επέμενε να αμφισβητεί και την ύπαρξη α) των σχολών χορού β) της Τεχεράνης εκτός Καρδίτσας και γ) της Φινλανδίας γενικότερα. Και:

"Ααα σε καλό σου σάτυρε!" γελούσαν τα παππούδια στο διπλανό τραπέζι.

"Πώς τα λες έτσι, καλέ Δημήτριε-Ιάκωβε" ψιθύριζε υπονονετικά η αρραβωνιάρα.

"Βρε τον ζουρζούβουλο τι σκαρφίσ'κε πάλι" σχολίαζαν οι φίλοι μεταξύ τους.

Μα στην ουσία, όλοι τον άκουγαν να μιλάει όπως κοιτάζουμε κάποιον λαίμαργο να τρώει.

Και συνέχιζε ο Δημήτριος-Ιάκωβος να εξηγεί πως α) όλες οι σχολές χορού κάηκαν την ημέρα που έβρεξε φωτιά στη στράτα του Νίκου Κούρκουλου, πως β) θυμωμένος ο Τούκουτουκου ο εκδικητικός, ξεβίδωσε την Τεχεράνη απ' τον κόσμο για να την βιδώσει στον κώλο του Φθοφθό του μιαρού μα τελευταία στιγμή τη λυπήθηκε και την άφησε να υπάρχει λίγο έξω απ' την Καρδίτσα, και πως γ) η Φινλανδία είναι κάτι σα ζωγραφισμένο πάπλωμα απλωμένο πάνω απ' τον πραγματικό τάφο του Νίκου Καζαντζάκη, για να μη βλέπουμε εμείς οι σκλάβοι τα εκτάρια που χρειάστηκε τόση ελευθερία, μα

Εκείνη την ώρα έτυχε να γυρίζει απ' τον κήπο, ξαλαφρωμένος και περίεργος, ένας τυπάκος με τζιν πουκάμισο κι ανασηκωμένα ρουθούνια, σα να του 'χε σκουπίσει τη μύτη ο Κύριος ο ίδιος, κι εντοπίζοντας το τραπέζι του Δημήτριου-Ιάκωβου, στάθηκε μπροστά του, αγενής, και είπε:

"Κύριε, γεννήθηκα εδώ, μεγάλωσα εδώ, μα στη συνέχεια δούλεψα ξυλοκόπος στην κακοφωτισμένη πόλη Rauma, ξεχειμώνιασα στα νησιά Turku, όπου οι πέτρες βγάζουν μωβ ανθούς που τραγουδούν το "αρρώστησα στα ξένα μακριά σου", και κουβαλώντας όλο αυτό το ψύχος στο μέταλλο του μπρελόκ μου, γυρίζω τώρα στην πατρίδα για να πληροφορηθώ πως το πικρό ψωμί της ξενιτιάς δεν το 'χω φάει στη Φινλανδία αλλά στη συνωμοσιολογικη κορωνίδα της κεφάλας σας;"

Απότομη σιγή, μερικά τιν-τιν! απ' τα κινητά, και ξανά σιγή.

"Πόσο σίγουρος είστε για όλα αυτά" ρώτησε ο Δημήτριος-Ιάκωβος.

"Ντιπ για ντιπ σίγουρος κύριε! Και τι είναι αυτά που λέτε, ποια Τεχεράνη, έχει δει κανείς από εσάς καμιά Τεχεράνη εδώ τριγύρω; Αν ναι, μη σιωπάτε, φέρνετε σε δύσκολη θέση τον φίλο σας· μα επιτέλους, όλοι μας γνωρίζουμε αυτή τη γη σπιθαμή προς σπιθαμή, πού 'ναι αυτή η Τεχεράνη, κύριε, μην και την κρύβετε στον κήπο σας, μην και είστε ντίρλα, κύριε; Πόσα είναι αυτά;"

"Έχετε κάτι μαζί μου; Γνωριζόμαστε;"

Χωρίς να απαντήσει, η περίεργη αυτή φιγούρα τεντώθηκε κι άρχισε ένα σιωπηλό, κατσικοπόδαρο ζεϊμπέκικο, λοξοκοιτώντας τον Δημήτριο-Ιάκωβο. Και τα παππούδια χτυπούσαν παλαμάκια και φώναζαν "ααααααααϊντες να καούν οι χίλιες λίμνες και το χωριό του 'Αι-Bασίλη, όπααα" και η αρραβωνιάρα σκανδάλιζε, τρίβοντας με νόημα το χείλος του ποτηριού, και οι φίλοι έγραφαν το σκηνικό στα κινητά να 'χουν να θυμούνται. Κι ο περίεργος τυπάκος, σταματώντας απότομα μπροστά στον Δημήτριο-Ιάκωβο, σκούπισε τη μύτη του με την παλάμη και είπε:

"Σχολή χορού, Ο Πινόκλης"

Αναπάντεχα αντιμέτωπος με το θεατράλε ζεϊμπέκικο, την περατότητα του νομού, και τη ντιπ σιγουριά, ο Δημήτριος-Ιάκωβος σηκώθηκε -ζβιν!- απ' το τραπέζι, κι ανακοίνωσε πως αυτό είναι κτηνώδες και να τον συγχωρούνε αλλά θα φύγει. Πριν βγει, φρόντισε να γυρίσει και να κοιτάξει με τον τρόπο που φανταζόταν τον Γαλιλαίο να κοιτάζει τους ιεροεξεταστές πριν πει -κάπως ύπουλα- εκείνο το αμίμητο "κι όμως γυρίζει".

Εδώ πρέπει να πούμε πως ο Δημήτριος-Ιάκωβος δούλευε σκληρά από μικρό παιδί και να του συγχωρούμε πολλά.

Καθώς λοιπόν διέσχιζε -ψιλοτρέκλα- ένα χωράφι με καπνά, νομίζοντας πως έτσι τώρα κόβει δρόμο για το σπίτι του ενώ στην πραγματικότητα τραβούσε ίσα για τα Τρίκαλα, ένιωσε μια σφοδρή αδυναμία να του κάνει βαθιά υπόκλιση και να του λέει "κι από 'δω περάστε". Έτσι όπως έχουν τα πράγματα, σκέφτηκε, η κούραση είναι πάντα αδικαιολόγητη, αλλά δεν γίνεται πια να μείνω από απουσίες, και αβέβαιος για το πως ακριβώς θα κούρνιαζε, σωριάστηκε κάτω στο καστανό χώμα και κοιμήθηκε έναν ύπνο, ο οποίος πότε έσπαγε σε μπάλες που 'σκαγαν τοινγκ τικι τοινγκ τικι τοινγκ μέσα στον μάρσιπο του Einojuhani Rautavaara -έτσι γεννιέται η ντάμπστεπ- πότε θρυμματιζόταν σε σκόνη, σαν κι αυτή που μαζεύεται στα έπιπλα των ανθρώπων που ερευνούν εξονυχιστικά τα πράγματα, και πότε μπαινόβγαινε με την αντίστροφη πολικότητα ενός μαντράχαλου που κοιμάται με τρικαλινά καπνά, μέσα στον ύπνο ενός κοριτσιού που κοιμάται με περσικές τουλίπες, ξαφνιάζοντας τους ονειροκρίτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: