Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Ο Τόμας Πύντσον στο Ιόνιο

Το πρωί, μια τριτωνοειδής θεότητα -κρατώντας μια σακούλα με αφρόψαρα στο ένα χέρι, και με το άλλο ξύνοντας τα φυκοστόλιστα βαρίδια της ως ένδειξη ενδιαφέροντος για το πέρασμα του USS Scaffold- εντοπίζει τον Τόμας Πύντσον, ακουμπισμένο στην πλώρη να πλένει τα δόντια του και να φτύνει μέντα προς το γαλάζιο Ιόνιο, και μ' ένα τσαφ βουτάει στον αμφιβληστροειδή του, βυθίζεται στο οπτικό του νεύρο, και πολύ αργότερα, το βράδυ, αναδύεται στο στομάχι του για να στήσει εκεί το πετρογκάζ της, κι ο δύστυχος Τόμας, μη μπορώντας να κοιμηθεί, κατρακυλά ρυθμικά προς το πίσω μέρος της κουκέτας, στον πιο ολοδικό του, κατάδικο του, ακατάδεκτο του πέρα χώρο, τέρμα αριστερά των εξελισσόμενων ονείρων, σαράντα εκατοστά πάνω απ’ το πάτωμα, έχοντας δίπλα του τον άλλο, ακόμα πιο άδειο του εαυτό, παρέα στις βραχώδεις ακτές με τα ψαροπούλια να πετούν πάνω από χεσμένους κωνικούς πετρόπυργους, με τις επτακόσιες τριάντα λακκούβες να τους δείχνουν, μία προς μία, μέρα προς μέρα, τον πυθμένα τους, κι ύστερα ονειρεύεται, μόνος του, μια θάλασσα μισή εικόνα, μισή λέξεις, με μικρά κυματάκια που τρέχουν πάνω τους πινακίδες κι επιγραφές, ΑΠΟΤΟΜΑ! ή ΠΕΦΤΩ!, που σκάνε πάνω στα βράχια και στους πασαλειμμένους κώνους κι αφρίζουν προτάσεις, παραγράφους, σελίδες, για κάποια Βυθυκύμη που ετοιμάζει το ροζ ελιξίριο στις κούπες του ονόματος της, και η οποία προφέροντας την προτροπή. κάμαν μπόιζ, αθροίζει σε μπόι τους ίσκιους.

1 σχόλιο:

σαρεσιντεβεντρα είπε...

ε λοιπόν ναι, φιλινάς