Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Philip Larkin - Η μηχανή του γκαζόν

Η μηχανή του γκαζόν σταμάτησε, δυο φορές· γονατίζοντας είδα
Έναν σκαντζόχοιρο να 'χει πιαστεί ανάμεσα στις λεπίδες.
Ήταν νεκρός. Καθώς φαίνεται, είχε κρυφτεί μέσα στο ψηλό γρασίδι.

Τον είχα δει κι άλλες φορές, κάποτε μάλιστα τον είχα ταΐσει.
Τώρα όμως είχα κάνει τον γαλήνιο κόσμο του κομμάτια
Ανεπανόρθωτα. Τον έθαψα, αλλά αυτό δε βοήθησε σε τίποτα:

Το επόμενο πρωί εγώ ξύπνησα, ο σκαντζόχοιρος όχι.
Η πρώτη ημέρα μετά από έναν θάνατο, 
H αίσθηση της καινούργιας απώλειας,
Είναι πάντα η ίδια· πρέπει να προσέχουμε,

Πρέπει να 'μαστε καλοί ο ένας με τον άλλον
Όσο υπάρχει ακόμη καιρός.

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Rainer Maria Rilke - 10η Ελεγεία

Όμως, αν οι απειράριθμοι νεκροί
μπορούσαν να ξυπνήσουν μέσα μας ένα σύμβολο, μια παραβολή
ίσως να μας έδειχναν τους ίουλους που κρέμονται
στις γυμνές φουντουκιές 
ή μπορεί να έστρεφαν το βλέμμα μας
προς τη βροχή που σκεπάζει το μαύρο χώμα
τις πρώτες ημέρες της άνοιξης

Και εμείς που πάντα σκεφτόμαστε την ευτυχία
να υψώνεται
θα νιώθαμε τη συγκίνηση
που μας αφήνει σχεδόν σαστισμένους
όταν κάτι χαρούμενο
πέφτει

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Mary Karr - Ένα υπέροχο χάος

Διάβασα κάπου ότι αν οι πεζοί δεν διέσχιζαν την Times Square όποτε και όπως μπορούσαν, αψηφώντας τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, τα πάντα στην πόλη θα σταματούσαν. Θα σταματούσαν. Τα αυτοκίνητα θα έφταναν μέχρι το Rhode Island, σ’ ένα τεράστιο μποτιλιάρισμα, κι ούτε γάτα δε θα μπορούσε να περάσει ανάμεσα τους. 

Αυτό που μας κρατάει σε κίνηση δεν είναι ο νόμος, αλλά το ξεδίπλωμα της διαφορετικής μας βούλησης. 

Σήμερα, λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, ενθουσιάστηκα με την άνευ προηγουμένου τσατίλα κάποιων εργατών, οι οποίοι έσπρωχναν ένα μικρό πιάνο, δεμένο με σχοινιά, στην ένατη Λεωφόρο. 

Ήταν και οι δυο τους βλοσυροί και γεροδεμένοι, και είχαν αυτόν τον κυνισμό που συναντά κανείς σ' όλους τους ανθρώπους του μεροκάματου. Ήξεραν τι ερχόταν· το πιάνο βαμμένο με άσπρο βερνίκι, ο ουρανός φουσκωμένος με σκοτάδι, σαν ένα ζοφερό μπαλόνι με νερό, και το τρύπημα μιας καρφίτσας ήταν αρκετό για να σπάσει. Η νεροποντή ήταν τόσο δυνατή που έμοιαζε σαν κάποιος να μας έβρεχε με τη μάνικα.

Για όσο διήρκεσαν μερικοί χτύποι της καρδιάς, ολόκληρη η πόλη σταμάτησε, πάγωσε, αλλά μ' έναν δυνατό χτύπο τα πάντα ξεκίνησαν και πάλι, ακολουθώντας έναν κοφτό, απότομο ρυθμό.

Και είχα την τύχη να γίνω μάρτυρας ενός διόλου μικρού θαύματος: μέσα σε μια στιγμή όλες οι μαύρες ομπρέλες στο Hell's Kitchen άνοιξαν λες και καθ’ υπόδειξη, χωρίς οι κάτοχοί τους να σταματήσουν να βαδίζουν. Ήταν μια σκηνή βγαλμένη από μια άγραφη όπερα· τα ιστία ενός πελώριου στόλου.

Και τέσσερις ηλικιωμένες κυρίες διέκοψαν τη δική τους αργή πορεία για να συνοδεύσουν τους εργάτες που βαρυγκομούσαν, κρατώντας πάνω από τα κεφάλια τους κάτι που προηγουμένως ίσως και να 'μοιαζε με δαντελωτή ομπρέλα για τον ήλιο. 

Πέρασα δίπλα από ένα πλήθος παστέλ μπαλαρίνες, οι οποίες είχαν στριμωχτεί κάτω από την τέντα στη γωνία και περίμεναν στη σειρά για κάποιον ανοιχτό διαγωνισμό -τα πόδια τους ήταν λεπτά σαν του πελεκάνου, οι αστράγαλοί τους τυλιγμένοι με κορδέλα, κάποιες κάπνιζαν εναλλάξ ένα τσιγάρο. 

Η πόλη θρέφεται από την ομορφιά, λυσσάει για την ομορφιά, γεννάει την ομορφιά. 

Μετά τα μεσάνυχτα, όταν γύρισα σπίτι, στη ρημαγμένη μου γειτονιά που φημίζεται για τον αριθμό των ποντικών του μετρό που φιλοξενεί, άκουσα τη φωνή ενός τενόρου να αντηχεί ανάμεσα στα τούβλινα φαράγγια, πλημμυρισμένη από ατόφιο πόθο, και πάνω ψηλά, το θαμπό φεγγάρι άνοιξε το στόμα του για να πιεί…

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Κι εκατόν πενήντα εννιά

Τα γρανάζια της νομοτέλειας αδιαφορούν για το ουδέν κακόν αμιγές καλού των σχετικιστών, οι οποίοι φαντασιώνονται ότι μπορούν να εξάγουν συμπεράσματα βάσει ενός μη-αξιακού συστήματος -πράγμα τουλάχιστον υποκριτικό από τη στιγμή που δε μας αφήνουν χρόνους, συμμετέχοντας και οι ίδιοι στις διεργασίες του μηδενός. Αν θες να αγκαλιάσεις το αναπόφευκτο, μάθε ότι το μηδέν δεν έχει πρόσημο, αλλά αγκάθια. 

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Ατίλλα Γιόζεφ - Βιογραφικό Σημείωμα

Γεννήθηκα το 1905 στη Βουδαπέστη και είμαι ορθόδοξος στο θρήσκευμα. Ο πατέρας μου, ο συγχωρεμένος Ααρών Γιόζεφ έφυγε από τη χώρα όταν ήμουν τριών χρονών και η Εθνική Επιτροπή Προστασίας Ανηλίκων με έστειλε να ζήσω με μια οικογένεια στο Έτσεντ. Εκεί ήταν που άρχισα να κάνω τον χοιροβοσκό, ασχολία κοινή για όλα τα φτωχά παιδιά της χώρας. Όταν ήμουν επτά η μητέρα μου, η συχωρεμένη Μπαρμπάλα Πέτσε, με 'φερε πίσω στη Βουδαπέστη, μ’ έγραψε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, και προσπάθησε να μας ζήσει (εμένα και τις δυο αδερφές μου) δουλεύοντας σαν πλύστρα και παραδουλεύτρα. Αναγκασμένη να δουλεύει σε διάφορα σπίτια, έλειπε από το πρωί ως το βράδυ, κι εγώ, χωρίς κάποιον να με προσέχει, δεν πήγαινα σχολείο, αλλά έβγαινα έξω στους δρόμους κι έπαιζα. Ωστόσο, στο αναγνωστικό της τρίτης τάξης ανακάλυψα μερικές ενδιαφέρουσες ιστορίες για τον βασιλιά Ατίλλα κι έτσι έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Αυτές οι ιστορίες για τον βασιλιά των Ούννων με ενδιέφεραν όχι μόνο επειδή με έλεγαν κι εμένα Ατίλλα, αλλά κι επειδή οι κηδεμόνες μου στο Έτσεντ συνήθιζαν να με φωνάζουν Πίστα. Κάποια φορά, ενώ συζητούσαν με τους γείτονες, τους άκουσα να καταλήγουν ότι το όνομα Ατίλλα δεν υπήρχε. Αυτό ήταν κάτι που με άφησε έκπληκτο, καθώς ένιωσα ότι αμφισβητούνταν η ίδια μου η ύπαρξη. Πιστεύω ότι αυτές οι ιστορίες για τον βασιλιά Ατίλλα είχαν καθοριστική επίδραση σ’ όλες μου τις μετέπειτα φιλοδοξίες. Σε τελική ανάλυση, ίσως αυτή να ήταν η εμπειρία που με οδήγησε στη λογοτεχνία και που με έκανε σκεπτόμενο άνθρωπο -κάποιον που ακούει τη γνώμη των άλλων, εξετάζοντάς την όμως προσεκτικά στο μυαλό του, κάποιον που απαντάει όταν τον φωνάζουν Πίστα, μέχρι να αποδειχτεί ότι τον λένε Ατίλλα, όπως πάντα ήξερε ότι είναι το πραγματικό του όνομα. 

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Κι εκατόν πενήντα οκτώ

H διαρρύθμιση του δωματίου δεν είχε τίποτα από την αγχωμένα απόνερα της Δευτέρας, ούτε κι από την ανέμελη ακαταστασία της Τρίτης, για Σαββατοκύριακο ούτε λόγος, η Παρασκευή εκεί μέσα είναι χωροχρονικό παράδοξο, την Τετάρτη, έτσι κι αλλιώς, δεν την ξέρει κανείς, οπότε τα έπιπλα, οι άστρωτες κουβέρτες, καθώς το ξεχασμένο πιάτο στο πάτωμα, έμοιαζαν με επισκέπτες σε θέση αναμονής, έτοιμοι να εξαφανιστούν μέσα στο ημερολογιακό κενό που ακολουθούσε την Πέμπτη. Ωστόσο, τώρα, και για όσο κρατούσε αυτό το τώρα, όλα ήταν χρόνος: η λιποθυμισμένη γεύση του καπνού πάνω στη γλώσσα, το φως που έκαιγε αριθμούς, καθώς και η απάντηση σε κάθε πώς που είχε σημασία. Κλείνοντας την πόρτα, οι επιφάνειες άρχισαν να στριφογυρίζουν, μέχρι που στο τέλος δύο, τρεις, πέντε, οκτώ, δεκατρείς οριζόντιες τομές, χώρισαν τους τοίχους σε περιστρεφόμενες λωρίδες, οι οποίες έδειχναν να προκύπτουν από την προβολή διαφορετικών, μη-συγχρονισμένων πηγών. Μια σταγόνα κυλούσε απ’ το ταβάνι κι αμέσως βρισκόταν σε δύο, τρία, πέντε, οκτώ ή δεκατρία σημεία ταυτόχρονα, ενώ οι σκιές των σωμάτων εναλλάσσονταν διαρκώς μ' αυτές των αντικειμένων: κεφάλι και χέρι με πόδια κρεβατιού, και χέρι και πόδι με πλάτη καρέκλας, και χέρι και πόδι και σώμα, χωρίς ή με κεφάλι, χωρίς ή με κεφάλια, απομακρυσμένα στο φόβο ή φιλημένα στην έξαψη.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Κι εκατόν πενήντα επτά

Αφού κοίταξε το ρολόι του, προχώρησε μπροστά, αποφεύγοντας ένα μικρό ρυάκι από σαπουνόνερα και κοτσάνια ζαρζαβατικών, το οποίο κυλούσε κάτω από τους πάγκους, έξω στο πεζοδρόμιο και μέσα στο ρείθρο, ακολουθώντας τη λιπαρή απόφυση της κεντρικής αγοράς. Οι καταστηματάρχες είχαν προσπαθήσει να καταπολεμήσουν τη δυσωδία, τρίβοντας μια άσπρη σκόνη πάνω από τις βουλωμένες αποχετεύσεις, ενώ στη συνέχεια, είχαν αποφασίσει να τις σκεπάσουν με γυάλινα πάνελ, θέλοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, να αναδείξουν την εικαστική εκπλήρωση της αποσάθρωσης. Ως αποτέλεσμα, η ζύμωση της υγρασίας μαζί με τη σκόνη και τα παγιδευμένα μαρουλόφυλλα είχε δημιουργήσει ένα είδος τερατώδους βλάστησης, η οποία, τυλιγμένη με τις ευλογίες μιας υπόλευκης λέπρας, ασφυκτιούσε κάτω από το τζάμι, σαν οσιομάρτυρας που περίμενε τον ερχομό της φυτολογικής βασιλείας των βρυόφυτων. Η αντανάκλαση του μεσημεριανού ήλιου πάνω στο γυαλί περνούσε μέσα από τις μπεζ κουρτίνες κι έδινε στο χώρο μια άρρωστη απόχρωση. Προτού φύγει, είχε δει το φως να πέφτει με δύναμη πάνω στο δικό του παράθυρο, ζεσταίνοντας το περίγραμμα ενός σχεδόν διάφανου λεκέ· ήταν σα μια από τις ηλιαχτίδες να είχε συνθλιφτεί πάνω στο τζάμι. Δίπλα του περνούσε πλήθος κόσμου, κυρίως ηλικιωμένοι που ακολουθούσαν την ουρά μέσα στην είσοδο, κι έπειτα στέκονταν μπροστά στους πάγκους, εξαιρετικά σοβαροί, περιμένοντας να παραλάβουν τις μικρές τους μερίδες μέσα σε πιάτα από ανόμοια σερβίτσια, ακόμη και σε τάπερ, αφού η υπάλληλος είχε ανοίξει ένα χαμηλό ντουλάπι και σέρβιρε μέσα σε ό,τι έπιανε το χέρι της. Πάνω από το ταμείο, εδώ και ποιος ξέρει πόσα χρόνια, κρεμόταν ένα πλαστικό ψάρι, με το κεφάλι του ανασηκωμένο πάνω σε μια σειρά από καρφιτσωμένα ραπανάκια, ενώ ανάμεσα στα μικρά του δόντια, κάποιος είχε σφηνώσει ένα λυγισμένο τσιγάρο. Αφού περίμενε για λίγο στην ουρά, στη συνέχεια έκανε μερικά βήματα στην άκρη και πίσω από την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας είδε μια κοπέλα να κάθεται πάνω σ’ έναν μεταλλικό πάγκο και να μιλάει χαμηλόφωνα με ένα αγόρι, το οποίο τριβόταν διαρκώς πάνω στα γόνατά της. Σε κάθε τι που έλεγε, το αγόρι της απαντούσε με κάτι μονοκόμματες λέξεις, ενώ δε σταματούσε να την τραβάει από το χέρι, δείχνοντάς της μια μεγάλη κατσαρόλα. Για κάποιο λόγο ήταν σίγουρος ότι κάτω από τις πατάτες και τα λιωμένα καρότα υπήρχε κάτι κρυμμένο, όχι διαμάντια, ούτε ναρκωτικά, αλλά κάτι ανόητο· η φιγούρα ενός πειρατή με δυο μάτια και καθόλου χέρια, ένα σπασμένο όστρακο, ίσως μια πορσελάνινη υδρόγειος με ζωγραφισμένα νούφαρα στη θέση των ηπείρων ή μια σφραγίδα με τη λέξη veritas, τυλιγμένη στο σέλινο που κρεμόταν προκλητικά έξω από το στόμιο.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Κι εκατόν πενήντα έξι

Το Say Yes, εκτός του ότι έχει την ομορφότερη γέφυρα στην ιστορία της ποπ μουσικής, είναι και η ομορφότερη γέφυρα προς κάποιον που αγαπάς, μάλλον.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Πετυχημένοι συνδυασμοί

Μέλι με μουστάρδα (Maille au Miel) 

Κάστανο με φυστίκι (Le Petite Marseillais - Chataigne & Pistache)

Τζιν με τόνικ (30 Δεκεμβρίου 2016)

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Charles Dickens - Ο κοινός μας φίλος

"Ναι, αλλά δεν είσαι νεκρός", είπε η Τζένυ Ρεν. "Πήγαινε και ζήσε!"

Ο κύριος Φλέτζεμπυ συμφώνησε με την προτροπή της, κι αφού έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι, γύρισε να φύγει. Καθώς ο Ράια τον ακολουθούσε κάτω στις σκάλες, άκουσαν το μικρό πλάσμα να λέει στον Εβραίο, μ' ασημένια φωνή, "Μην αργήσεις πολύ όμως. Να επιστρέψεις και να πεθάνεις!" Και συνέχισαν να κατεβαίνουν, ακούγοντας αυτή τη γλυκιά φωνούλα, όλο και πιο αμυδρά, να μισοτραγουδάει, "Να επιστρέψεις και να πεθάνεις, να επιστρέψεις και να πεθάνεις!"

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Κι εκατόν πενήντα πέντε

Αφού πέταξε τις παντόφλες της μαζί με κάτι ξεχασμένες κρέμες και κολόνιες, κι αφού δίπλωσε προσεκτικά τις ζωγραφιές με τους ήλιους και τα λιβάδια, κρύβοντάς τες μέσα στους οκτώ τόμους του Μεγάλου Ανατολικού, κι αφού προσπάθησε να ξεχάσει την υποχρέωση να ξεχνάει, πίνοντας το χειρότερο ξέπλυμα που μπορούσε να βρει, στο τέλος πήγε και ξεκρέμασε το πουκάμισο που της είχε αφήσει κάποιος πρώην -και το οποίο, κάποτε, το είχε δωρίσει σ' εκείνον, σε μια κίνηση δηλωτική της θέσης που καταλάμβανε ακόμη και στο παρελθόν της- κι αφού το φόρεσε, γύρισε να κοιταχτεί στον καθρέφτη, σίγουρος ότι τώρα πια του ερχόταν ακριβώς στα μέτρα του.

Κι εκατόν πενήντα τέσσερα

Πίσω από το τζάμι του σταματημένου βαγονιού είχε μείνει μόνο το λευκό κενό των χαρακτηριστικών της μαζί με δυο μάτια· οι υπόλοιπες λεπτομέρειες είχαν αποφασίσει να μη δώσουν το παρόν, ακολουθώντας το ανακλητικό σάλπισμα του φρεναρίσματος. 

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Κι εκατόν πενήντα τρία

Είκοσι τεσσάρων ετών και τακτικός αναθεωρητής των οπλισμών στην μείζονα κλίμακα των διακεκριμένων καμποτίνων, ο Π. είχε ανδρωθεί υπό την κηδεμονία ενός αρχιψεύταρου δεύτερου εαυτού, αγνοώντας ότι στην πραγματικότητα, ο μόνος λόγος που δεν είχε φάει το ξύλο της αρκούδας ήταν επειδή οι μυγχαουζενικώς εξιδανικευμένοι άθλοι του φαντασιακού του μπορούσαν και παραμέριζαν τις όποιες δικές του ενστάσεις, καθιστώντας τον φαντασμαγορικά ατρόμητο. Συνεπώς, όταν τον ρωτούσες με τι ασχολείται δεν είχε πρόβλημα να σου απαντήσει: "Ύπατος μέγας γενικός επιθεωρητής στη στοά της μάνας σου. Ικανοποιήθηκες;"

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Κι εκατόν πενήντα δύο

Έπειτα, είχε την ιδέα να βρει ένα μέρος για να μείνουν, ένα μικρό διαμέρισμα, το οποίο θα λειτουργούσε ως δοχείο, συγκρατώντας κάθε τι που άφηνε το σώμα της· οσμές, υγρά, τρίχες, κομματάκια δέρματος. Μόνο έτσι θα είχε την ευκαιρία να κατανοήσει μέχρι και την ανιμιστική αυτονόμηση του ιδρώτα της πάνω στο σεντόνι. Οι ημέρες που πριν παραδώσει τα κλειδιά στη ρεσεψιόν, το μετάνιωνε κι έτρεχε στο δωμάτιο να πάρει μαζί του τις μουσκεμένες μαξιλαροθήκες, είχαν φτάσει στο τέλος τους. Τώρα, θα μπορούσε να ξυπνά δίπλα της και να μετρά τάγματα αγγέλων και μυγάκια με την ησυχία του. Το ταβάνι θα περιστρεφόταν αργά πάνω από τα κεφάλια τους, σα την κοιλιά ενός αερόπλοιου, και η πραγματικότητα θα διαρρηγνυόταν σε ιριδίζουσες γραμμές αναποφάσιστου κώδικα, ξεκινώντας από τα τριχοειδή αγγεία της μύτης του, αλλά δεν θα πείραζε. Αυτός θα έλεγε, ξέρεις, ονειρεύτηκα ότι κατάπια το στοματικό διάλυμα, αλλά δεν θα πείραζε.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Κι εκατόν πενήντα ένα

Θα μπορούσε να λάμπει σα λευκή φωτιά πάνω στα υψίπεδα της Κορδιλιέρας των Άνδεων, λέμε τώρα, θα μπορούσε να αναποδογυρίζει τυχαιότητα και νόμο, πετυχαίνοντας τετράγωνα ποσέ αυγά, τι άλλο, θα μπορούσε να δαγκώνει το μήλο με την πιο αγνή άγνοια κινδύνου και να μην ασχολείται με την ενατένιση των σπόρων και την επωδή της φλούδας, στανικά, αλλά όχι, όχι, όχι, ο Γκαστόνε προτιμά να βουλιάζει στην πολυθρόνα και να διαβάζει κόμιξ, ρουθουνίζοντας κάθε φορά που η τύχη ακολουθεί τον σωσία του κι όχι τον ίδιο.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Roberto Bolaño - Σε χίλια χρόνια...

Σε χίλια χρόνια δε θα ‘χει μείνει τίποτα
απ’ όλα όσα έχουν γραφτεί αυτόν τον αιώνα.
Οι άνθρωποι θα διαβάζουν σκόρπιες προτάσεις, ίχνη
χαμένων γυναικών,
αποσπάσματα ασάλευτων παιδιών,
και τα αργά πράσινα μάτια σου
απλώς δε θα υπάρχουν.
Θα ‘ναι σα σελίδες βγαλμένες απ' την Ελληνική Ανθολογία,
αλλά ακόμη πιο μακρινές
όπως μια παραλία το χειμώνα
για μια άλλη έκπληξη, μια άλλη αδιαφορία.

Κι εκατόν πενήντα

Aπό την ημέρα που φανερώθηκαν όλα, θυμάμαι ότι αμέσως μετά ξανακρύφτηκαν.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Κι εκατόν σαράντα εννιά

-H ψευδαίσθηση της συμπεριφορικής ποικιλότητας προκύπτει από την αδυναμία του υποκειμένου να αντικρίσει το είδωλό του στον καθρέφτη των βασικών αφηγήσεων, φοβούμενο ότι την αμέσως επόμενη στιγμή θα βρεθεί πίσω από ένα παράθυρο που βλέπει στη δική του ζωή.

-Καθρεφτάκι.

Κι εκατόν σαράντα οκτώ

The world is a text and i am the punctuation, which in turn produces text by means of a pressured inflation.

Κι εκατόν σαράντα επτά

Αν είναι να με σκοτώσει η ειρωνεία, ας έχει τη μορφή μιας τούρτας με ≥ εκατό (νοητά) κεριά.