Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα δύο

Άνθρωποι των βουνών και παραθεριστές των κήπων, παιδιά που γλίτωσαν από τσίμπημα οχιάς κι απ’ την ορμή των τοίχων, λουόμενοι του κάμπου κι ακόμη, αυτοί που μπέρδεψαν το ανοίκειο με το ανήκον, όλοι το γνωρίζουν, όλοι: το μυστικο το νανουριζει η θαλασσα (με η άνευ ρύπων). 

Κι εκατόν εβδομήντα ένα

Ιδιοφυές, το Φα που βάζει η Πλάτωνος στο Παιδικό του Καρυωτάκη.

Κι εκατόν εβδομήντα

 *Δίπλα στο παράθυρο είχε αφήσει ένα φως να συγγενεύει με τ’ άστρα.

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

J.G. Ballard - Ουρανοξύστης

Ο ουρανοξύστης ήταν ένα μνημείο ανεγερμένο προς τιμήν του καλού γούστου, των καλοσχεδιασμένων κουζινών, των υπερσύγχρονων μαγειρικών σκευών, των καλαίσθητων υφασμάτων και της κομψής επίπλωσης - με λίγα λόγια, ένα μνημείο αφιερωμένο στις περί αισθητικής ανησυχίες των μορφωμένων ενοίκων, κληρονομημένες από τις σχολές βιομηχανικού σχεδίου και τις βραβευμένες απάτες εσωτερικής διακόσμησης των τελευταίων είκοσι πέντε ετών του εικοστού αιώνα. O Ρόιαλ απεχθανόταν αυτή την ορθόδοξη θεώρηση της ευφυΐας. Κάθε φορά που επισκεπτόταν τα διαμερίσματα των γειτόνων του, αισθανόταν μια σχεδόν σωματική αποστροφή για τις βραβευμένες καφετιέρες, τους πετυχημένους χρωματικούς συνδυασμούς και το καλό τους γούστο, το οποίο σε συνδυασμό με την ευφυΐα τους είχε, ως διά μαγείας, μετατρέψει κάθε αντικείμενο σε έκθεμα ενός ιδανικού παντρέματος ανάμεσα στη λειτουργικότητα και στο στιλ. Κατά μία έννοια, αυτοί οι άνθρωποι αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή ενός εύπορου και μορφωμένου μελλοντικού προλεταριάτου, ζώντας κλεισμένοι στα πανάκριβα διαμερίσματά τους παρέα με κομψά έπιπλα και ιδιαιτέρως εκλεπτυσμένες ευαισθησίες, δίχως καμιά πιθανότητα διαφυγής. O Ρόιαλ θα έδινε τα πάντα για ένα κακόγουστο στολίδι πάνω στο τζάκι, για μια λεκάνη τουαλέτας που να μην είναι άσπιλη σαν το φρέσκο χιόνι, για ένα ίχνος ελπίδας.    

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Κι εκατόν εξήντα εννιά

Ηταν τόσο όμορφη που θύμιζε κάποια άλλη, κάποια προικισμένη με μια συγκλονιστική, τρομακτική ομορφιά, η οποία όμως δε θύμιζε την ίδια.

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Κι εκατόν εξήντα οκτώ

Τίποτα δε διευκολύνει την ευφυΐα περισσότερο από τη βλακεία. Π.χ. τίποτα δε διευκολύνει την ευφυΐα περισσότερο από τη βλακεία.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Κι εκατόν εξήντα επτά

Μιθριδάτειος πλήξη σε double pack.

Κι εκατόν εξήντα έξι

Τα χρόνια είχαν περάσει, η κόρη είχε γίνει ολόκληρη γυναίκα, αλλά η μητέρα της είχε μείνει κάπου εκεί, στα σαράντα, περιμένοντας να ζήσει έστω και μια μέρα ως συνομήλική της.

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Susan Sontag - Σιμόν Βέιλ

Οι πνευματικοί ήρωες του προοδευτικού, αστικού μας πολιτισμού δεν είναι ούτε προοδευτικοί, ούτε αστοί· είναι συγγραφείς βυθισμένοι στην επανάληψη, εμμονικοί έως και αγενείς, οι οποίοι καταφέρνουν και μας συγκινούν -όχι απλώς με την αυτοκυριαρχία που διακρίνουμε στη γραφή τους και με το πάθος της σκέψης τους, αλλά και με την αίσθηση μιας βίαιης ακρότητας, τόσο σε προσωπικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Οι μισαλλόδοξοι, οι υστερικοί, οι ολετήρες του εαυτού -αυτοί είναι οι συγγραφείς που στο έργο τους αποτυπώνεται η συνεσταλμένη διά του φόβου εποχή μας. Ως επί το πλείστον πρόκειται για ζήτημα ύφους: είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδεχτούμε ιδέες ανεπτυγμένες με τον απρόσωπο και φορμαλιστικό τρόπο κάποιου που γράφει έχοντας σώας τα φρένας. Υπάρχουν συγκεκριμένες ιστορικές περίοδοι, οι οποίες εκτός του ότι είναι εξαιρετικά περίπλοκες, πάσχουν κι από μια ιδιάζουσα δυσηκοΐα, απόρροια ιστορικών όσο και πνευματικών αντιφάσεων, που εμποδίζει τη φωνή της λογικής να γίνει αντιληπτή. Η λογική μετατρέπεται σε συμβιβασμό, υπεκφυγή, σε ψέμα. Η εποχή μας φαίνεται να επιζητά την υγεία, αλλά στην πραγματικότητα πιστεύει μόνο στην αλήθεια της αρρώστιας. Οι αλήθειες που σεβόμαστε είναι αυτές που γεννά η οδύνη. Μετρούμε την αλήθεια σε σχέση με το κόστος που έχει καταβάλει ο συγγραφέας στο βωμό των μαρτυρίων κι όχι με το κατά πόσο τα γραπτά του ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα. Κάθε μία από τις αλήθειες μας χρειάζεται κι έναν μάρτυρα.

Αυτό που απώθησε τον ώριμο Γκαίτε στον νεαρό Κλάιστ, ο οποίος, εκ βάθους καρδίας, έθεσε το έργο του στην κρίση του γηραιού άντρα των γερμανικών γραμμάτων -το μακάβριο, η υστερία, η αίσθηση της αρρώστιας, η ασυγκράτητη απόλαυση της οδύνης μέσα από την οποία ο Κλάιστ είχε εξορύξει τα θεατρικά του έργα και τις ιστορίες- είναι ακριβώς αυτό που θαυμάζουμε σήμερα. Τον Κλάιστ τον απολαμβάνουμε ακόμη, ενώ για ορισμένους ο Γκαίτε είναι αγγαρεία. Κατά τον ίδιο τρόπο, η επιρροή που ασκούν συγγραφείς όπως ο Κίρκεγκωρ, ο Νίτσε, ο Ντοστογιέφσκι, ο Κάφκα, ο Μπωντλαίρ, ο Ρεμπω, ο Ζενέ -και η Σιμόν Βέιλ- οφείλεται στη νοσηρότητα που αποπνέουν. Αυτή η νοσηρότητα καταδεικνύει το βάθος του λόγου και της αφοσίωσής τους.

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Wong May - Μαθαίνοντας στη Σιμόν Βέιλ να τρώει ανανά

Ζωντανή,

Τρώγοντας έναν ανανά
                 έναν ανανά ολόκληρο
Κόβοντας τον ανανά με ένα μαχαίρι
               έναν ολόκληρο ανανά
Σα να τρως ένα παγώνι
               ένα παγώνι
Με τα δέκα χιλιάδες μάτια του

Ζωντανό.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Κι εκατόν εξήντα πέντε

Περπατάω έξω από ένα πολυτελές κτίριο, το ρετιρέ του οποίου είναι φωτισμένο κατά τρόπο που το κάνει να μοιάζει με σμιλεμένο κουφέτο. Δίπλα από τα τεράστια μπαλκόνια του καθιστικού βρίσκεται το μπαλκόνι της κουζίνας, το οποίο δεν χωράει πάνω από έναν άνθρωπο, μια σακούλα σκουπιδιών κι έναν κουβά σφουγγαρίστρας. Στον τοίχο του κάποιος έχει κρεμάσει έναν στόχο. Φαντάζομαι έναν αλλοπρόσαλλο διαγωνισμό σκοποβολής με τους συμμετέχοντες σκαρφαλωμένους στα δέντρα που ακολουθούν το μπροστινό τμήμα της περίφραξης, μετά όμως σκέφτομαι κάτι άλλο: ο στόχος στο μπαλκόνι της κουζίνας είναι ο θυρεός, το οικόσημο του ιδιοκτήτη, μέσω του οποίου μας γνωστοποιεί ότι σε κάθε περίπτωση το παιχνίδι θα το φέρει στα μέτρα του· ο στόχος θα τοποθετηθεί εκεί όπου το βέλος του, η σφαίρα, το μαχαίρι ή το κατσαβίδι θα βρίσκουν πάντα την κόκκινη αφετηρία των ομόκεντρων κύκλων, κι εμείς ας καθόμαστε από κάτω να ξύνουμε το κεφάλι μας.

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Κι εκατόν εξήντα τέσσερα

Δυο ιστιοφόρα πλέουν στα ανοιχτά, επιστρέφοντας από μια επιδρομή. Ένας μεθυσμένος ναύτης τρεκλίζει μόνος του πάνω στο κατάστρωμα, ψάχνοντας κάτι να πιει. Απογοητευμένος αρχίζει να κλωτσάει τα άδεια μπουκάλια στη θάλασσα μέχρι που μπλέκει τα πόδια του σε κάτι παρατημένα σκοινιά και βρίσκεται κρεμασμένος στο κατάρτι. Κανείς δεν ακούει τις κραυγές του· όλοι είναι στουπί στο μεθύσι και κοιμούνται στο αμπάρι του πλοίου. Βλέποντάς τον, οι ναύτες του απέναντι ιστιοφόρου υποθέτουν ότι ο καπετάνιος ξεπέρασε τα όρια της σκληρότητάς του κι αποφασίζουν ανταρσία. Δίχως να χάσει χρόνο, ο Μισέλ ο πλατωνικός, ο πιο κακότροπος των ναυτών, αρπάζει ένα κουπί και το 'φέρνει στο δόξα πατρί του δικού του καπετάνιου. Φτύνοντας βρισιές στα καταλανικά, του παίρνει το όπλο και τον διατάζει να πλευρίσει το απέναντι ιστιοφόρο. Ο κρεμασμένος ναύτης συνεχίζει να ουρλιάζει. Τελικά την καταπακτή την ανοίγει ένας από αυτούς τους ιρλανδούς γαλατάδες που συνηθίζουν να ριγούν τα πρωινά, κι ο οποίος τόση ώρα ήταν απασχολημένος με το απαυτό ενός κοριτσιού. Το μαργαριτάρι των χυμών της λαμπυρίζει πάνω στη μύτη του και συγκεκριμένα στην κορυφή του ακρορρίνιου, προσφέροντας τον τέλειο στόχο στον Μισέλ, ο οποίος του την αστράφτει δίχως δεύτερη σκέψη. Οι ναύτες συνεχίζουν τον ύπνο τους στο αμπάρι. Άλλος ονειρεύεται μελαμψές γυναίκες με στήθη στο σχήμα της μπανάνας κι άλλος χελωνόσουπες σε κρανία πιθήκων. Γλάροι εμφανίζονται στον ορίζοντα κι ο κρεμασμένος σταματάει να φωνάζει. Προτού αφήσει την τελευταία του πνοή ο γαλατάς προλαβαίνει να γλείψει τα χείλη του και να μετακινήσει χέρια και πόδια πάνω στο κατάστρωμα σύμφωνα με το λοξό και κακοφορμισμένο σχήμα της ιστορίας που τον ακολουθεί στον άλλο κόσμο.

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Δε θα το πρότεινα

Όταν οι πλανήτες βρέθηκαν στην κατάλληλη θέση πάνω από τη συνοικία του Γιόζεφοβ, ο ραββίνος ακούμπησε το χέρι στο στήθος του δημιουργήματός του κι άφησε το φόβο να πυρακτώσει τη λάσπη.

Και τα άστρα χαμογέλασαν καταυγάζοντας τον πράσινο κρόκο της σελήνης...

...και η στιγμή ανακοινώθηκε από τη μυρωδιά του καψαλισμένου άργιλου, όπως ο διάβολος που ακολουθεί το θειάφι.

Έπειτα ο ραββίνος φύσηξε τη σιωπή γύρω από τον δείκτη του χεριού του και την ξετύλιξε πάνω στα χείλη του γκόλεμ.

Κι ο ουρανός πήρε μια γαλακτώδη όψη, ώσπου λευκή σταγόνα έπεσε μέσα από το παράθυρο της σοφίτας.


Αλλά αυτό μπορεί να είναι και ψέμα.

Το γκόλεμ πάντως άνοιξε τα μάτια και ο ραββίνος κατάλαβε την πράξη του, ένα-δύο δευτερόλεπτα πριν τον καταλάβει και η ίδια.

Αφού δημιουργός και δημιούργημα βεβαιώθηκαν ότι κανείς τους δε θα έλεγε κάτι αιχμηρά θεολογικό, χαμογέλασαν κάπως αμήχανα κι ο ραββίνος έσκυψε στο αυτί του γκόλεμ και ψιθύρισε: “Δείξε μου την πόρτα όμορφη”. 

Τότε αυτό σηκώθηκε, κοίταξε περιπαικτικά το μάρμαρο της γέννησής του και ύστερα περπάτησε μέσα σε τέσσερις αγκωνιές -δεξιά, πάνω αριστερά και κάτω, σα να μετρούσε σολφέζ- γκρεμίζοντας την πόρτα μαζί με το μισό σπίτι. 

Έτσι ξεκίνησε το θέρος και ο εχθρός βρήκε αυτό που του μοιρολογούσαν οι άγγελοι Ασμεθιήλ και Λεύκης.

(οι οποίοι ψάλλουν προς τιμήν των αλκοολικών αποσταγμάτων που ανασυνθέτουν τον χρόνο και προσφέρουν τις ευνοϊκότερες των αποσαφηνίσεων)

Και εντός κι εκτός της Πράγας, και πέραν της Βοημίας, οι πράξεις του ραββίνου μέσα από τις πράξεις του γκόλεμ έφτασαν να αποδίδονται στα στοιχεία της φύσης, καθώς και στην πανίδα που τσαλαβουτούσε πέριξ του Μολδάβα:

Κραυγές κατέβαιναν από τα βουνά καρφώνοντας στιλέτα στην πλάτη των ανέμων, σκιές αγριογούρουνων διέσχιζαν τα μονοπάτια του βοημικού δρυμού...

...και στους καλαμιώνες, βαλκανοβάτραχοι και 
μαυροκέφαλες πάπιες περιπολούσαν σε ανθυποβρυχιακούς σχηματισμούς, κυνηγώντας το κακό απ' το θαλάμι του.

Μα κάθε που το γκόλεμ σκότωνε μια γραμμή λυσσώδους φαγούρας χαρασσόταν στο πίσω μέρος της κεφαλής του, ενώ είχε γίνει και πολύ ευέξαπτο υπέρ ενός ζηλωτικού υποκειμενισμού των χρωμάτων.

Μ' άλλα λόγια, όταν ο ήλιος έδυε πίσω από τα κωδωνοστάσια των καθεδρικών ναών αυτό ανέβαινε στη στέγη, έβριζε το ακατάλυτο του σύμπαντος και εξαφανιζόταν.

Κι όταν τελικά επέστρεφε, κατέρρεε στο πάτωμα της σοφίτας κι ο ραββίνος το ρωτούσε, πού ήσουν καλό μου, και το γκόλεμ απαντούσε, ε, να, πουθενά, δικό μου θέμα, σαν έφηβος σε ορμονική παράκρουση. 

Αλλά ο ραββίνος έβλεπε τις πικραλίδες και τα αγριοράδικα στα υγρά σημεία που ξεκινούσαν από τα μάτια του και καταλάβαινε. 

Και μια νύχτα που τα καλοκαιρινά λιβάδια καίγονταν από τις ίδιες τους τις μυρωδιές, ο ραββίνος το κοίμισε σφηνώνοντας ένα χαρτάκι στο στόμα του, σα χρωμοπαγίδα.

Μα τα χρώματα που φώλιαζαν κάτω από το μέτωπό του επαναστάτησαν κι άρχισαν να διοργανώνουν σεάνς με προσκεκλημένες ένα σωρό ηλιαχτίδες σε μορφή εκτοπλασματικών νευρώνων.

Μέχρι που το απαστράπτον λευκό του τρύπησε τα μάτια και το ξύπνησε με μια στύση παράδοξη, σαν κολόνα δίπλα σε δέντρο. 

Το ίδιο βράδυ ο ραββίνος ονειρεύτηκε πως είχε βρεθεί κατάκοιτος μέσα στο μαύρο κενό του Tαλμούδ, παρακολουθώντας το παρελθόν του να εκπνέει μέσα στο μέλλον.

Το μόνο που πρόλαβε να νιώσει ήταν το κρύο να δένει με το μαύρο κι ένα ευχάριστο γουργουρητό να εξαπολύεται μέσα στον πόνο -μια λευκή γραμμή ηλιθιότητας, η οποία τρεμούλιαζε σα νεογέννητο καλαμαράκι.

Κι έπειτα ξύπνησε, αγκάλιασε την αγαπημένη του Σάρα και συνειδητοποίησε ότι τώρα στα βαθιά γεράματα την αγαπούσε και την ήθελέ διπλά· μία για τον εαυτό του και μία για το δημιούργημά του. 

Και εντός και εκτός της Πράγας, και πέραν της Βοημίας, οι πράξεις του γκόλεμ μέσα από τις πράξεις του ραββίνου έφτασαν να αποδίδονται στους Σειληνούς και τους Σάτυρους της μυθολογίας.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς -αν είναι δυνατόν- καλύτερα.

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Philip Larkin - Δέντρα

Τα δέντρα πάλι φύλλα δίνουν
Σχεδόν σαν κάτι ειπωμένο
Το νέο άνθος απλωμένο
Το πράσινό του λύπες ντύνουν

Να 'ναι που ξαναγεννιούνται 
Ενώ εμείς μόνο γερνάμε; Όχι
Κ αυτά θα δουν τη μαύρη θέα
Τον χρόνο ξεγελούν σα δείχνουν νέα
Μα οι γραμμές τους τον θυμούνται

Κι όμως η γη θαύμα και θάλλει
Ολάνθιστα κάστρα κάθε Μάη
Το περασμένο έτος πέθανε, πάει
Κι εσύ ξεκίνα, λεν 
Απ' την αρχή, ξανά και πάλι

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Franz Kafka - Ημερολόγιο

25 Ιουνίου. Περπατούσα πάνω κάτω στο δωμάτιό μου από νωρίς το πρωί μέχρι τη δύση του ηλίου. Η μέρα ήταν ζεστή, το παράθυρο ανοιχτό, κι ο θόρυβος από τον στενό δρόμο συνέχιζε ακατάπαυστος. Βάδιζα και κοιτούσα το δωμάτιο μέχρι που στο τέλος είχα μάθει και την παραμικρή του λεπτομέρεια. Τα μάτια μου είχαν περιπλανηθεί πάνω σε κάθε τοίχο, είχαν διατρέξει κάθε στροβίλισμα στο σχέδιο του χαλιού, είχαν παρατηρήσει κάθε σημάδι που είχε αφήσει ο χρόνος πάνω του. Τα δάχτυλά μου είχαν διασχίσει ξανά και ξανά την επιφάνεια ενός τραπεζιού που βρισκόταν στη μέση του δωματίου. Είχα ήδη σταθεί αρκετές φορές μπροστά στη φωτογραφία που απεικόνιζε τον νεκρό σύζυγο της σπιτονοικοκυράς, δείχνοντας του τα δόντια μου. 

Κοντά στο απόγευμα σταμάτησα επιτέλους το πυρετώδες βάδισμα και κάθισα στο χαμηλό περβάζι του παραθύρου. Κοίταξα με ηρεμία το εσωτερικό του δωματίου και την οροφή, και τελικά -εκτός κι αν δεν έβλεπα σωστά- το δωμάτιο του οποίου τη γαλήνη είχα διαταράξει, άρχισε να κουνιέται. Η δόνηση ξεκίνησε από τις άκρες της ανεπαρκώς σοβατισμένης οροφής. Μικρά κομμάτια σοβά άρχισαν να πέφτουν εδώ κι εκεί στο πάτωμα, αφήνοντας έναν χαρακτηριστικό ήχο. Άπλωσα το χέρι και μερικά από τα κομμάτια έπεσαν μέσα στην ανοιχτή μου παλάμη· πάνω στον ενθουσιασμό τα πέταξα πάνω από το κεφάλι μου κι έξω στο δρόμο, χωρίς να κάνω τον κόπο να γυρίσω. Οι ραγισματιές στην οροφή δεν είχαν σχηματίσει ακόμη κάποιο μοτίβο, αλλά εγώ μπορούσα ήδη να το φανταστώ. Παρ' όλα αυτά, όταν ένα γαλαζωπό ιώδες χρώμα άρχισε να αναμιγνύεται με το λευκό, σταμάτησα τα παιχνίδια. Το χρώμα απλωνόταν κατευθείαν από το κέντρο της οροφής, η οποία όμως διατηρούσε το δικό της λευκό χρώμα, ένα λευκό σχεδόν ακτινοβόλο στη θέση όπου προηγουμένως βρισκόταν η λάμπα. Κύμα το κύμα, το χρώμα -ή μήπως ήταν φως;- απλωνόταν προς τις άκρες της οροφής, οι οποίες είχαν πάρει να μαυρίζουν. Πλέον, η προσοχή μου δεν μπορούσε να σταθεί στον σοβά που συνέχιζε να πέφτει στο πάτωμα σαν κάποιος να τον ξεκολλούσε χρησιμοποιώντας εργαλεία με επιδέξιο τρόπο. Από τη μια πλευρά, κίτρινες και χρυσοκίτρινες αποχρώσεις είχαν διεισδύσει στο ιώδες. Ωστόσο, όλες αυτές οι διαφορετικές αποχρώσεις δεν είχαν βάψει την οροφή, απλώς την είχαν κάνει μέχρι ενός σημείου διάφανη. Αντικείμενα έμοιαζαν να αιωρούνται πίσω της, προσπαθώντας να εισέλθουν στο δωμάτιο, και ήδη μπορούσε να δει κανείς το περίγραμμα μιας κίνησης· ένα χέρι είχε ξεπροβάλλει, ένα σπαθί λικνιζόταν. Προοριζόταν για ‘μένα, δεν υπήρχε αμφιβολία· ένα όραμα κυοφορούνταν με σκοπό την απελευθέρωσή μου.

Πήδηξα πάνω στο τραπέζι, ώστε να μην αφήσω τίποτα στην τύχη. Τράβηξα τη λάμπα μαζί με το μπρούτζινο φωτιστικό, τα έριξα στο πάτωμα και ύστερα κατέβηκα από το τραπέζι και το έσπρωξα στον τοίχο. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που προσπαθούσε να φανερωθεί, μπορούσε τώρα να πέσει στο χαλί ανεμπόδιστο και να ανακοινώσει ό,τι είχε να μου ανακοινώσει. Δεν είχα προλάβει να τελειώσω τις ετοιμασίες όταν η οροφή άνοιξε στα δυο. Μέσα στο αμυδρό φως, κι από μεγάλο ύψος -που προηγουμένως δεν το είχα υπολογίσει σωστά- ένας άγγελος με άμφια βαμμένα σε μια γαλαζωπή ιώδη απόχρωση και δεμένα με χρυσά κορδόνια, κατήλθε αργά πάνω στα τεράστια στιλπνά του φτερά, έχοντας το σπαθί του υψωμένο οριζόντια. “Ένας άγγελος!” σκέφτηκα· “όλη μέρα πετούσε προς το μέρος μου και η δυσπιστία μου δεν μ’ άφηνε να τον δω. Τώρα όμως θα μου μιλήσει.” Χαμήλωσα τα μάτια μου κι όταν τα ξανασήκωσα ο άγγελος ήταν στ’ αλήθεια ακόμη εκεί· κρεμόταν αρκετά κάτω από την οροφή (το άνοιγμα της οποίας είχε κλείσει), αλλά δεν ήταν ζωντανός, όχι, ήταν απλώς το ξύλινο βαμμένο ακρόπρωρο κάποιου πλοίου, σαν κι αυτά που βλέπει κανείς στις ταβέρνες που συχνάζουν ναυτικοί· αυτό και τίποτ’ άλλο.

Η λαβή του σπαθιού ήταν φτιαγμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κηροπήγιο. Δεν ήθελα να μείνω στο σκοτάδι. Υπήρχε ακόμη ένα κερί, κι έτσι ανέβηκα πάνω στην καρέκλα, έβαλα το κερί στην εσοχή του σπαθιού, το άναψα, κι έκατσα μέχρι αργά τη νύχτα κάτω από την θαμπή φλόγα.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Κι εκατόν εξήντα τρία

Η αλήθεια, η κακόμοιρη η αλήθεια, μου λέει. Πλέον, ο κάθε κουφιοκέφαλος θέτει εαυτόν υπεράνω. Ακόμη κι αν οι επιδόσεις του στην παραποίηση ανάγονται σε καλλιτεχνικό επίπεδο, καθόλου δεν μπορεί να αγνοήσει ότι υπάρχουν κι αυτοί που είναι ικανοί να στήσουν την Καπέλα Σιξτίνα με κοπριά και λάσπη, καθώς κι ότι απέναντί τους δεν έχει ούτε λόγο επί της τεχνοτροπίας, ούτε ηθικό πλεονέκτημα· αυτό το έχει παραδώσει αυτοβούλως. Κατά συνέπεια, οι ελλείψεις τον οδηγούν σε όλο και πιο λαβυρινθώδεις εκδοχές της αλήθειας, με την ελπίδα ότι το ψέμα, μπερδεμένο πίσω από τις μυριάδες διαφορετικές εξόδους που περικλείουν τις κακοτεχνίες του, δε θα μπορέσει να τον βρει. Φυσικά, ο ίδιος βρίσκεται ήδη εκεί· τέτοιες κατασκευές συντηρούνται μόνο αν το 'χεις βάλει πείσμα να φιλοξενηθείς στο εσωτερικό τους, οπότε το να πιστεύει κανείς ότι ο Μινώταυρος θα μπορούσε να κατανοήσει εγκαίρως τη μακροπρόθεσμη δομή της αλήθειας, καθώς κι ότι το νήμα της το ξετυλίγει η Περσεφόνη, ε, αυτό θα ήταν κάτι το υπερβολικά αισιόδοξο.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Κι εκατόν εξήντα δύο

Σε περίπτωση που κάποιος διατείνεται ότι δεν αγαπάει αρκετά τον εαυτό του, καλό θα ήταν να τον ενημερώσετε ότι αυτό συμβαίνει επειδή αγαπάει περισσότερο τον εαυτούλη του.

Κι εκατόν εξήντα ένα

Οι ελπίδες μας βρίσκονται στο ότι οι άλλοι σκοντάφτουν πάνω σ' αυτά που πιστεύουμε πάνω από αυτά που πιστεύουμε.

Κι εκατόν εξήντα

Οι ερωτευμένοι ξέρουν πάντα ποιο είναι το τρυφερότερο σημείο του συρμού.

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Philip Larkin - Η μηχανή του γκαζόν

Η μηχανή του γκαζόν σταμάτησε, δυο φορές· γονατίζοντας είδα
Έναν σκαντζόχοιρο να 'χει πιαστεί ανάμεσα στις λεπίδες.
Ήταν νεκρός. Καθώς φαίνεται, είχε κρυφτεί μέσα στο ψηλό γρασίδι.

Τον είχα δει κι άλλες φορές, κάποτε μάλιστα τον είχα ταΐσει.
Τώρα όμως είχα κάνει τον γαλήνιο κόσμο του κομμάτια
Ανεπανόρθωτα. Τον έθαψα, αλλά αυτό δε βοήθησε σε τίποτα:

Το επόμενο πρωί εγώ ξύπνησα, ο σκαντζόχοιρος όχι.
Η πρώτη ημέρα μετά από έναν θάνατο, 
H αίσθηση της καινούργιας απώλειας,
Είναι πάντα η ίδια· πρέπει να προσέχουμε,

Πρέπει να 'μαστε καλοί ο ένας με τον άλλον
Όσο υπάρχει ακόμη καιρός.