Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Κι εκατόν εξήντα πέντε

Περπατάω έξω από ένα πολυτελές κτίριο, το ρετιρέ του οποίου είναι φωτισμένο κατά τρόπο που το κάνει να μοιάζει με σμιλεμένο κουφέτο. Δίπλα από τα τεράστια μπαλκόνια του καθιστικού βρίσκεται το μπαλκόνι της κουζίνας, το οποίο δεν χωράει πάνω από έναν άνθρωπο, μια σακούλα σκουπιδιών κι έναν κουβά σφουγγαρίστρας. Στον τοίχο του κάποιος έχει κρεμάσει έναν στόχο. Φαντάζομαι έναν αλλοπρόσαλλο διαγωνισμό σκοποβολής με τους συμμετέχοντες σκαρφαλωμένους στα δέντρα που ακολουθούν το μπροστινό τμήμα της περίφραξης, μετά όμως σκέφτομαι κάτι άλλο: ο στόχος στο μπαλκόνι της κουζίνας είναι ο θυρεός, το οικόσημό του ιδιοκτήτη, μέσω του οποίου μας γνωστοποιεί ότι σε κάθε περίπτωση το παιχνίδι θα το φέρει στα μέτρα του· ο στόχος θα τοποθετηθεί εκεί όπου το βέλος του, η σφαίρα, το μαχαίρι ή το κατσαβίδι θα βρίσκουν πάντα την κόκκινη αφετηρία των ομόκεντρων κύκλων, κι εμείς ας καθόμαστε από κάτω να ξύνουμε το κεφάλι μας.

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Κι εκατόν εξήντα τέσσερα

Με περίμενε όρθιος στην πόρτα με τον ορό, έχοντας το μισό του πρόσωπο κρυμμένο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, το μάτι μου έπεσε πάνω σε ένα ταλαιπωρημένο αντίτυπο του Ecce Homo με μια σκαλισμένη τρύπα στη μέση, μέχρι το οπισθόφυλλο. Δίπλα από το βιβλίο είχε αφήσει ένα δαγκωμένο μήλο πάνω σε μια χαρτοπετσέτα. Υπήρχε μια ευχάριστη αίσθηση αποδιοργάνωσης στην ατμόσφαιρα, η οποία επιτεινόταν από τον τρεμάμενο φωτισμό, καθώς κι από το ότι οι γιατροί έμοιαζαν να ζουν σε διαφορετική πόλη από τους ασθενείς. Κάθισα σε μια καρέκλα κι αυτός ξάπλωσε στο κρεβάτι. Δεν ήξερα τι να του πω· δε φαινόταν και πολύ στα καλά του. Ένιωσα μια αμηχανία σα να με είχαν βουτήξει μέσα σε ένα ποτάμι κυριακάτικου απογεύματος και τώρα καθόμουν στην όχθη περιμένοντας να στεγνώσω. Λες και ήθελε να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι, γύρισε το κεφάλι προς το παράθυρο κι άρχισε να τραγουδάει πάνω στο θέμα του Nονού, μπλέκοντας τους στίχους δύο διαφορετικών ιστοριών. Η μία είχε να κάνει με έναν ιρλανδό γαλατά -απ' αυτούς που ριγούν τα πρωινά- ο οποίος αναπολούσε τις νησίδες σκισμένου δέρματος πάνω στο εφηβαίο ενός κοριτσιού. Η άλλη ήταν η εξής:

Δυο ιστιοφόρα έπλεαν στα ανοιχτά, επιστρέφοντας από μια επιδρομή. Ένας μεθυσμένος ναύτης τρέκλιζε μόνος του πάνω στο κατάστρωμα, ψάχνοντας κάτι να πιει. Απογοητευμένος άρχισε να κλωτσάει τα άδεια μπουκάλια στη θάλασσα μέχρι που κάποια στιγμή έμπλεξε τα πόδια του σε κάτι παρατημένα σκοινιά και βρέθηκε κρεμασμένος στο κατάρτι. Κανείς δεν άκουσε τις κραυγές του· ήταν όλοι στουπί στο μεθύσι και κοιμούνταν στο αμπάρι του πλοίου. Βλέποντάς τον κρεμασμένο, οι ναύτες του απέναντι ιστιοφόρου υπέθεσαν ότι ο καπετάνιος είχε ξεπεράσει τα όρια της σκληρότητάς του κι αποφάσισαν ανταρσία. Ο Μισέλ ο πλατωνικός, ο πιο κακότροπος των ναυτών, άρπαξε ένα κουπί και το 'φερε στο δόξα πατρί του δικού του καπετάνιου. Φτύνοντας βρισιές στα καταλανικά, του πήρε το όπλο και τον διέταξε να πλευρίσει το απέναντι ιστιοφόρο. Ο κρεμασμένος ναύτης συνέχιζε να ουρλιάζει. Τελικά την καταπακτή την άνοιξε ο ιρλανδός γαλατάς, οποίος τόση ώρα ήταν απασχολημένος με το απαυτό του κοριτσιού. Το μαργαριτάρι των χυμών της λαμπύρισε πάνω στη μύτη του και συγκεκριμένα στην κορυφή του ακρορρίνιου, προσφέροντας τον τέλειο στόχο στον Μισέλ, ο οποίος του την άστραψε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τον έπιασε βήχας και σταμάτησε. Πήγα να του δώσω νερό αλλά μου 'κανε νόημα να καθίσω στη θέση μου και συνέχισε το τραγούδι μέσα από αναρριχητικές εξάρσεις που ακολουθούσαν την πορεία του φλέματος από τους βρόγχους στο λαιμό του.

Οι ναύτες συνέχισαν τον ύπνο στο αμπάρι. Άλλος ονειρευόταν μελαμψές γυναίκες με στήθη στο σχήμα της μπανάνας κι άλλος χελωνόσουπες σε κρανία πιθήκων. Γλάροι φάνηκαν στον ορίζοντα κι ο κρεμασμένος σταμάτησε να φωνάζει. Προτού αφήσει την τελευταία του πνοή ο γαλατάς πρόλαβε να γλείψει τα χείλη του και να μετακινήσει χέρια και πόδια πάνω στο κατάστρωμα σύμφωνα με το λοξό σχήμα του τραγουδιού που τον ακολουθούσε στον άλλο κόσμο.

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Δε θα το πρότεινα

Όταν οι πλανήτες βρέθηκαν στην κατάλληλη θέση πάνω από τη συνοικία του Γιόζεφοβ, ο ραββίνος ακούμπησε το χέρι στο στήθος του δημιουργήματός του κι άφησε το φόβο να πυρακτώσει τη λάσπη.

Και τα άστρα χαμογέλασαν καταυγάζοντας τον πράσινο κρόκο της σελήνης...

...και η στιγμή ανακοινώθηκε από τη μυρωδιά του καψαλισμένου άργιλου, όπως ο διάβολος που ακολουθεί το θειάφι.

Έπειτα ο ραββίνος φύσηξε τη σιωπή γύρω από τον δείκτη του χεριού του και την ξετύλιξε πάνω στα χείλη του γκόλεμ.

Κι ο ουρανός πήρε μια γαλακτώδη όψη, ώσπου λευκή σταγόνα έπεσε μέσα από το παράθυρο της σοφίτας.


Αλλά αυτό μπορεί να είναι και ψέμα.

Το γκόλεμ πάντως άνοιξε τα μάτια και ο ραββίνος κατάλαβε την πράξη του, ένα-δύο δευτερόλεπτα πριν τον καταλάβει και η ίδια.

Αφού δημιουργός και δημιούργημα βεβαιώθηκαν ότι κανείς τους δε θα έλεγε κάτι αιχμηρά θεολογικό, χαμογέλασαν κάπως αμήχανα και ύστερα ο ραββίνος έσκυψε στο αυτί του γκόλεμ και ψιθύρισε: “Δείξε μου την πόρτα όμορφη”. 

Τότε αυτό σηκώθηκε, κοίταξε περιπαικτικά το μάρμαρο της γέννησής του κι ύστερα περπάτησε μέσα σε τέσσερις αγκωνιές -δεξιά, πάνω αριστερά και κάτω, σα να μετρούσε σολφέζ- γκρεμίζοντας την πόρτα μαζί με το μισό σπίτι. 

Έτσι ξεκίνησε το θέρος και ο εχθρός βρήκε αυτό που του μοιρολογούσαν οι άγγελοι Ασμεθιήλ και Λεύκης.

(οι οποίοι ψάλλουν προς τιμήν των αλκοολικών αποσταγμάτων που ανασυνθέτουν τον χρόνο και προσφέρουν τις ευνοϊκότερες των αποσαφηνίσεων)

Και εντός κι εκτός της Πράγας, και πέραν της Βοημίας, οι πράξεις του ραββίνου μέσα από τις πράξεις του γκόλεμ έφτασαν να αποδίδονται στα στοιχεία της φύσης, καθώς και στην πανίδα που τσαλαβουτούσε πέριξ του Μολδάβα:

Κραυγές κατέβαιναν από τα βουνά καρφώνοντας στιλέτα στην πλάτη των ανέμων, σκιές αγριογούρουνων διέσχιζαν τα μονοπάτια του βοημικού δρυμού...

...και στους καλαμιώνες, βαλκανοβάτραχοι και 
μαυροκέφαλες πάπιες περιπολούσαν σε ανθυποβρυχιακούς σχηματισμούς, κυνηγώντας το κακό απ' το θαλάμι του.

Μα κάθε που το γκόλεμ σκότωνε, μια γραμμή λυσσώδους φαγούρας χαρασσόταν στο πίσω μέρος της κεφαλής του, ενώ είχε γίνει και πολύ ευέξαπτο υπέρ ενός ζηλωτικού υποκειμενισμού των χρωμάτων.

Μ' άλλα λόγια, όταν ο ήλιος έδυε πίσω από τα κωδωνοστάσια των καθεδρικών ναών, αυτό ανέβαινε στη στέγη, έβριζε το ακατάλυτο του σύμπαντος και εξαφανιζόταν.

Κι όταν τελικά επέστρεφε, κατέρρεε στο πάτωμα της σοφίτας κι ο ραββίνος το ρωτούσε, πού ήσουν καλό μου, και το γκόλεμ απαντούσε, ε, να, πουθενά, δικό μου θέμα, σαν έφηβος σε ορμονική παράκρουση. 

Αλλά ο ραββίνος έβλεπε τις πικραλίδες και τα αγριοράδικα στα υγρά σημεία που ξεκινούσαν από τα μάτια του και καταλάβαινε. 

Και μια νύχτα που τα καλοκαιρινά λιβάδια καίγονταν από τις ίδιες τους τις μυρωδιές, ο ραββίνος το κοίμισε σφηνώνοντάς ένα χαρτάκι στο στόμα του, σα χρωμοπαγίδα.

Μα τα χρώματα που φώλιαζαν κάτω από το μέτωπό του επαναστάτησαν κι άρχισαν να διοργανώνουν σεάνς με προσκεκλημένες ένα σωρό ηλιαχτίδες σε μορφή εκτοπλασματικών νευρώνων.

Μέχρι που το απαστράπτον λευκό του τρύπησε τα μάτια και το ξύπνησε με μια στύση παράδοξη, σαν κολόνα δίπλα σε δέντρο. 

Το ίδιο βράδυ ο ραββίνος ονειρεύτηκε πως είχε βρεθεί κατάκοιτος μέσα στο μαύρο κενό του Tαλμούδ, παρακολουθώντας το παρελθόν του να εκπνέει μέσα στο μέλλον.

Το μόνο που πρόλαβε να νιώσει ήταν το κρύο να δένει με το μαύρο κι ένα ευχάριστο γουργουρητό να εξαπολύεται μέσα στον πόνο -μια λευκή γραμμή ηλιθιότητας, η οποία τρεμούλιαζε σα νεογέννητο καλαμαράκι.

Κι έπειτα ξύπνησε, αγκάλιασε την αγαπημένη του Σάρα και συνειδητοποίησε ότι τώρα στα βαθιά γεράματα την αγαπούσε και την ήθελέ διπλά· μία για τον εαυτό του και μία για το δημιούργημά του. 

Και εντός και εκτός της Πράγας, και πέραν της Βοημίας, οι πράξεις του γκόλεμ μέσα από τις πράξεις του ραββίνου έφτασαν να αποδίδονται στους Σειληνούς και τους Σάτυρους της μυθολογίας.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς -αν είναι δυνατόν- καλύτερα.

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Philip Larkin - Δέντρα

Τα δέντρα πάλι φύλλα δίνουν
Σχεδόν σαν κάτι ειπωμένο
Το νέο άνθος απλωμένο
Το πράσινό του λύπες ντύνουν

Να 'ναι που ξαναγεννιούνται 
Ενώ εμείς μόνο γερνάμε; Όχι
Κ αυτά θα δουν τη μαύρη θέα
Τον χρόνο ξεγελούν σα δείχνουν νέα
Μα οι γραμμές τους τον θυμούνται

Κι όμως η γη θαύμα και θάλλει
Ολάνθιστα κάστρα κάθε Μάη
Το περασμένο έτος πέθανε, πάει
Κι εσύ ξεκίνα, λεν 
Απ' την αρχή, ξανά και πάλι

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Franz Kafka - Ημερολόγιο

25 Ιουνίου. Περπατούσα πάνω κάτω στο δωμάτιό μου από νωρίς το πρωί μέχρι τη δύση του ηλίου. Η μέρα ήταν ζεστή, το παράθυρο ανοιχτό, κι ο θόρυβος από τον στενό δρόμο συνέχιζε ακατάπαυστος. Βάδιζα και κοιτούσα το δωμάτιο μέχρι που στο τέλος είχα μάθει και την παραμικρή του λεπτομέρεια. Τα μάτια μου είχαν περιπλανηθεί πάνω σε κάθε τοίχο, είχαν διατρέξει κάθε στροβίλισμα στο σχέδιο του χαλιού, είχαν παρατηρήσει κάθε σημάδι που είχε αφήσει ο χρόνος πάνω του. Τα δάχτυλά μου είχαν διασχίσει ξανά και ξανά την επιφάνεια ενός τραπεζιού που βρισκόταν στη μέση του δωματίου. Είχα ήδη σταθεί αρκετές φορές μπροστά στη φωτογραφία που απεικόνιζε τον νεκρό σύζυγο της σπιτονοικοκυράς, δείχνοντας του τα δόντια μου. 

Κοντά στο απόγευμα σταμάτησα επιτέλους το πυρετώδες βάδισμα και κάθισα στο χαμηλό περβάζι του παραθύρου. Κοίταξα με ηρεμία το εσωτερικό του δωματίου και την οροφή, και τελικά -εκτός κι αν δεν έβλεπα σωστά- το δωμάτιο του οποίου τη γαλήνη είχα διαταράξει, άρχισε να κουνιέται. Η δόνηση ξεκίνησε από τις άκρες της ανεπαρκώς σοβατισμένης οροφής. Μικρά κομμάτια σοβά άρχισαν να πέφτουν εδώ κι εκεί στο πάτωμα, αφήνοντας έναν χαρακτηριστικό ήχο. Άπλωσα το χέρι και μερικά από τα κομμάτια έπεσαν μέσα στην ανοιχτή μου παλάμη· πάνω στον ενθουσιασμό τα πέταξα πάνω από το κεφάλι μου κι έξω στο δρόμο, χωρίς να κάνω τον κόπο να γυρίσω. Οι ραγισματιές στην οροφή δεν είχαν σχηματίσει ακόμη κάποιο μοτίβο, αλλά εγώ μπορούσα ήδη να το φανταστώ. Παρ' όλα αυτά, όταν ένα γαλαζωπό ιώδες χρώμα άρχισε να αναμιγνύεται με το λευκό, σταμάτησα τα παιχνίδια. Το χρώμα απλωνόταν κατευθείαν από το κέντρο της οροφής, η οποία όμως διατηρούσε το δικό της λευκό χρώμα, ένα λευκό σχεδόν ακτινοβόλο στη θέση όπου προηγουμένως βρισκόταν η λάμπα. Κύμα το κύμα, το χρώμα -ή μήπως ήταν φως;- απλωνόταν προς τις άκρες της οροφής, οι οποίες είχαν πάρει να μαυρίζουν. Πλέον, η προσοχή μου δεν μπορούσε να σταθεί στον σοβά που συνέχιζε να πέφτει στο πάτωμα σαν κάποιος να τον ξεκολλούσε χρησιμοποιώντας εργαλεία με επιδέξιο τρόπο. Από τη μια πλευρά, κίτρινες και χρυσοκίτρινες αποχρώσεις είχαν διεισδύσει στο ιώδες. Ωστόσο, όλες αυτές οι διαφορετικές αποχρώσεις δεν είχαν βάψει την οροφή, απλώς την είχαν κάνει μέχρι ενός σημείου διάφανη. Αντικείμενα έμοιαζαν να αιωρούνται πίσω της, προσπαθώντας να εισέλθουν στο δωμάτιο, και ήδη μπορούσε να δει κανείς το περίγραμμα μιας κίνησης· ένα χέρι είχε ξεπροβάλλει, ένα σπαθί λικνιζόταν. Προοριζόταν για ‘μένα, δεν υπήρχε αμφιβολία· ένα όραμα κυοφορούνταν με σκοπό την απελευθέρωσή μου.

Πήδηξα πάνω στο τραπέζι, ώστε να μην αφήσω τίποτα στην τύχη. Τράβηξα τη λάμπα μαζί με το μπρούτζινο φωτιστικό, τα έριξα στο πάτωμα και ύστερα κατέβηκα από το τραπέζι και το έσπρωξα στον τοίχο. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που προσπαθούσε να φανερωθεί, μπορούσε τώρα να πέσει στο χαλί ανεμπόδιστο και να ανακοινώσει ό,τι είχε να μου ανακοινώσει. Δεν είχα προλάβει να τελειώσω τις ετοιμασίες όταν η οροφή άνοιξε στα δυο. Μέσα στο αμυδρό φως, κι από μεγάλο ύψος -που προηγουμένως δεν το είχα υπολογίσει σωστά- ένας άγγελος με άμφια βαμμένα σε μια γαλαζωπή ιώδη απόχρωση και δεμένα με χρυσά κορδόνια, κατήλθε αργά πάνω στα τεράστια στιλπνά του φτερά, έχοντας το σπαθί του υψωμένο οριζόντια. “Ένας άγγελος!” σκέφτηκα· “όλη μέρα πετούσε προς το μέρος μου και η δυσπιστία μου δεν μ’ άφηνε να τον δω. Τώρα όμως θα μου μιλήσει.” Χαμήλωσα τα μάτια μου κι όταν τα ξανασήκωσα ο άγγελος ήταν στ’ αλήθεια ακόμη εκεί· κρεμόταν αρκετά κάτω από την οροφή (το άνοιγμα της οποίας είχε κλείσει), αλλά δεν ήταν ζωντανός, όχι, ήταν απλώς το ξύλινο βαμμένο ακρόπρωρο κάποιου πλοίου, σαν κι αυτά που βλέπει κανείς στις ταβέρνες που συχνάζουν ναυτικοί· αυτό και τίποτ’ άλλο.

Η λαβή του σπαθιού ήταν φτιαγμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κηροπήγιο. Δεν ήθελα να μείνω στο σκοτάδι. Υπήρχε ακόμη ένα κερί, κι έτσι ανέβηκα πάνω στην καρέκλα, έβαλα το κερί στην εσοχή του σπαθιού, το άναψα, κι έκατσα μέχρι αργά τη νύχτα κάτω από την θαμπή φλόγα.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Κι εκατόν εξήντα τρία

Η αλήθεια, η κακόμοιρη η αλήθεια, μου λέει. Πλέον, ο κάθε κουφιοκέφαλος θέτει εαυτόν υπεράνω. Ακόμη κι αν οι επιδόσεις του στην παραποίηση ανάγονται σε καλλιτεχνικό επίπεδο, καθόλου δεν μπορεί να αγνοήσει ότι υπάρχουν κι αυτοί που είναι ικανοί να στήσουν την Καπέλα Σιξτίνα με κοπριά και λάσπη, καθώς κι ότι απέναντί τους δεν έχει ούτε λόγο επί της τεχνοτροπίας, ούτε ηθικό πλεονέκτημα· αυτό το έχει παραδώσει αυτοβούλως. Κατά συνέπεια, οι ελλείψεις τον οδηγούν σε όλο και πιο λαβυρινθώδεις εκδοχές της αλήθειας, με την ελπίδα ότι το ψέμα, μπερδεμένο πίσω από τις μυριάδες διαφορετικές εξόδους που περικλείουν τις κακοτεχνίες του, δε θα μπορέσει να τον βρει. Φυσικά, ο ίδιος βρίσκεται ήδη εκεί· τέτοιες κατασκευές συντηρούνται μόνο αν το 'χεις βάλει πείσμα να φιλοξενηθείς στο εσωτερικό τους, οπότε το να πιστεύει κανείς ότι ο Μινώταυρος θα μπορούσε να κατανοήσει εγκαίρως τη μακροπρόθεσμη δομή της αλήθειας, καθώς κι ότι το νήμα της το ξετυλίγει η Περσεφόνη, ε, αυτό θα ήταν κάτι το υπερβολικά αισιόδοξο.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Κι εκατόν εξήντα δύο

Σε περίπτωση που κάποιος διατείνεται ότι δεν αγαπάει αρκετά τον εαυτό του, καλό θα ήταν να τον ενημερώσετε ότι αυτό συμβαίνει επειδή αγαπάει περισσότερο τον εαυτούλη του.

Κι εκατόν εξήντα ένα

Οι ελπίδες μας βρίσκονται στο ότι οι άλλοι σκοντάφτουν πάνω σ' αυτά που πιστεύουμε πάνω από αυτά που πιστεύουμε.

Κι εκατόν εξήντα

Οι ερωτευμένοι ξέρουν πάντα ποιο είναι το τρυφερότερο σημείο του συρμού.

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Philip Larkin - Η μηχανή του γκαζόν

Η μηχανή του γκαζόν σταμάτησε, δυο φορές· γονατίζοντας είδα
Έναν σκαντζόχοιρο να 'χει πιαστεί ανάμεσα στις λεπίδες.
Ήταν νεκρός. Καθώς φαίνεται, είχε κρυφτεί μέσα στο ψηλό γρασίδι.

Τον είχα δει κι άλλες φορές, κάποτε μάλιστα τον είχα ταΐσει.
Τώρα όμως είχα κάνει τον γαλήνιο κόσμο του κομμάτια
Ανεπανόρθωτα. Τον έθαψα, αλλά αυτό δε βοήθησε σε τίποτα:

Το επόμενο πρωί εγώ ξύπνησα, ο σκαντζόχοιρος όχι.
Η πρώτη ημέρα μετά από έναν θάνατο, 
H αίσθηση της καινούργιας απώλειας,
Είναι πάντα η ίδια· πρέπει να προσέχουμε,

Πρέπει να 'μαστε καλοί ο ένας με τον άλλον
Όσο υπάρχει ακόμη καιρός.

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Rainer Maria Rilke - 10η Ελεγεία

Όμως, αν οι απειράριθμοι νεκροί
μπορούσαν να ξυπνήσουν μέσα μας ένα σύμβολο, μια παραβολή
ίσως να μας έδειχναν τους ίουλους που κρέμονται
στις γυμνές φουντουκιές 
ή μπορεί να έστρεφαν το βλέμμα μας
προς τη βροχή που σκεπάζει το μαύρο χώμα
τις πρώτες ημέρες της άνοιξης

Και εμείς που πάντα σκεφτόμαστε την ευτυχία
να υψώνεται
θα νιώθαμε τη συγκίνηση
που μας αφήνει σχεδόν σαστισμένους
όταν κάτι χαρούμενο
πέφτει

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Mary Karr - Ένα υπέροχο χάος

Διάβασα κάπου ότι αν οι πεζοί δεν διέσχιζαν την Times Square όποτε και όπως μπορούσαν, αψηφώντας τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, τα πάντα στην πόλη θα σταματούσαν. Θα σταματούσαν. Τα αυτοκίνητα θα έφταναν μέχρι το Rhode Island, σ’ ένα τεράστιο μποτιλιάρισμα, κι ούτε γάτα δε θα μπορούσε να περάσει ανάμεσα τους. 

Αυτό που μας κρατάει σε κίνηση δεν είναι ο νόμος, αλλά το ξεδίπλωμα της διαφορετικής μας βούλησης. 

Σήμερα, λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, ενθουσιάστηκα με την άνευ προηγουμένου τσατίλα κάποιων εργατών, οι οποίοι έσπρωχναν ένα μικρό πιάνο, δεμένο με σχοινιά, στην ένατη Λεωφόρο. 

Ήταν και οι δυο τους βλοσυροί και γεροδεμένοι, και είχαν αυτόν τον κυνισμό που συναντά κανείς σ' όλους τους ανθρώπους του μεροκάματου. Ήξεραν τι ερχόταν· το πιάνο βαμμένο με άσπρο βερνίκι, ο ουρανός φουσκωμένος με σκοτάδι, σαν ένα ζοφερό μπαλόνι με νερό, και το τρύπημα μιας καρφίτσας ήταν αρκετό για να σπάσει. Η νεροποντή ήταν τόσο δυνατή που έμοιαζε σαν κάποιος να μας έβρεχε με τη μάνικα.

Για όσο διήρκεσαν μερικοί χτύποι της καρδιάς, ολόκληρη η πόλη σταμάτησε, πάγωσε, αλλά μ' έναν δυνατό χτύπο τα πάντα ξεκίνησαν και πάλι, ακολουθώντας έναν κοφτό, απότομο ρυθμό.

Και είχα την τύχη να γίνω μάρτυρας ενός διόλου μικρού θαύματος: μέσα σε μια στιγμή όλες οι μαύρες ομπρέλες στο Hell's Kitchen άνοιξαν λες και καθ’ υπόδειξη, χωρίς οι κάτοχοί τους να σταματήσουν να βαδίζουν. Ήταν μια σκηνή βγαλμένη από μια άγραφη όπερα· τα ιστία ενός πελώριου στόλου.

Και τέσσερις ηλικιωμένες κυρίες διέκοψαν τη δική τους αργή πορεία για να συνοδεύσουν τους εργάτες που βαρυγκομούσαν, κρατώντας πάνω από τα κεφάλια τους κάτι που προηγουμένως ίσως και να 'μοιαζε με δαντελωτή ομπρέλα για τον ήλιο. 

Πέρασα δίπλα από ένα πλήθος παστέλ μπαλαρίνες, οι οποίες είχαν στριμωχτεί κάτω από την τέντα στη γωνία και περίμεναν στη σειρά για κάποιον ανοιχτό διαγωνισμό -τα πόδια τους ήταν λεπτά σαν του πελεκάνου, οι αστράγαλοί τους τυλιγμένοι με κορδέλα, κάποιες κάπνιζαν εναλλάξ ένα τσιγάρο. 

Η πόλη θρέφεται από την ομορφιά, λυσσάει για την ομορφιά, γεννάει την ομορφιά. 

Μετά τα μεσάνυχτα, όταν γύρισα σπίτι, στη ρημαγμένη μου γειτονιά που φημίζεται για τον αριθμό των ποντικών του μετρό που φιλοξενεί, άκουσα τη φωνή ενός τενόρου να αντηχεί ανάμεσα στα τούβλινα φαράγγια, πλημμυρισμένη από ατόφιο πόθο, και πάνω ψηλά, το θαμπό φεγγάρι άνοιξε το στόμα του για να πιει…

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Κι εκατόν πενήντα εννιά

Τα γρανάζια της νομοτέλειας αδιαφορούν για το ουδέν κακόν αμιγές καλού των σχετικιστών, οι οποίοι φαντασιώνονται ότι μπορούν να εξάγουν συμπεράσματα βάσει ενός μη-αξιακού συστήματος -πράγμα τουλάχιστον υποκριτικό από τη στιγμή που δε μας αφήνουν χρόνους, συμμετέχοντας και οι ίδιοι στις διεργασίες του μηδενός. Αν θες να αγκαλιάσεις το αναπόφευκτο, μάθε ότι το μηδέν δεν έχει πρόσημο, αλλά αγκάθια. 

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Ατίλλα Γιόζεφ - Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκα το 1905 στη Βουδαπέστη και είμαι ορθόδοξος στο θρήσκευμα. Ο πατέρας μου, ο συγχωρεμένος Ααρών Γιόζεφ έφυγε από τη χώρα όταν ήμουν τριών χρονών και η Εθνική Επιτροπή Προστασίας Ανηλίκων με έστειλε να ζήσω με μια οικογένεια στο Έτσεντ. Εκεί ήταν που άρχισα να κάνω τον χοιροβοσκό, ασχολία κοινή για όλα τα φτωχά παιδιά της χώρας. Όταν ήμουν επτά η μητέρα μου, η συχωρεμένη Μπαρμπάλα Πέτσε, με 'φερε πίσω στη Βουδαπέστη, μ’ έγραψε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, και προσπάθησε να μας ζήσει (εμένα και τις δυο αδερφές μου) δουλεύοντας σαν πλύστρα και παραδουλεύτρα. Αναγκασμένη να δουλεύει σε διάφορα σπίτια, έλειπε από το πρωί ως το βράδυ, κι εγώ, χωρίς κάποιον να με προσέχει, δεν πήγαινα σχολείο, αλλά έβγαινα έξω στους δρόμους κι έπαιζα. Ωστόσο, στο αναγνωστικό της τρίτης τάξης ανακάλυψα μερικές ενδιαφέρουσες ιστορίες για τον βασιλιά Ατίλλα κι έτσι έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Αυτές οι ιστορίες για τον βασιλιά των Ούννων με ενδιέφεραν όχι μόνο επειδή με έλεγαν κι εμένα Ατίλλα, αλλά κι επειδή οι κηδεμόνες μου στο Έτσεντ συνήθιζαν να με φωνάζουν Πίστα. Κάποια φορά, ενώ συζητούσαν με τους γείτονες, τους άκουσα να καταλήγουν ότι το όνομα Ατίλλα δεν υπήρχε. Αυτό ήταν κάτι που με άφησε έκπληκτο, καθώς ένιωσα ότι αμφισβητούνταν η ίδια μου η ύπαρξη. Πιστεύω ότι αυτές οι ιστορίες για τον βασιλιά Ατίλλα είχαν καθοριστική επίδραση σ’ όλες μου τις μετέπειτα φιλοδοξίες. Σε τελική ανάλυση, ίσως αυτή να ήταν η εμπειρία που με οδήγησε στη λογοτεχνία και που με έκανε σκεπτόμενο άνθρωπο -κάποιον που ακούει τη γνώμη των άλλων, εξετάζοντάς την όμως προσεκτικά στο μυαλό του, κάποιον που απαντάει όταν τον φωνάζουν Πίστα, μέχρι να αποδειχτεί ότι τον λένε Ατίλλα, όπως πάντα ήξερε ότι είναι το πραγματικό του όνομα. 

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Κι εκατόν πενήντα οκτώ

H διαρρύθμιση του δωματίου δεν είχε τίποτα από την αγχωμένα απόνερα της Δευτέρας, ούτε κι από την ανέμελη ακαταστασία της Τρίτης, για Σαββατοκύριακο ούτε λόγος, η Παρασκευή εκεί μέσα είναι χωροχρονικό παράδοξο, την Τετάρτη, έτσι κι αλλιώς, δεν την ξέρει κανείς, οπότε τα έπιπλα, οι άστρωτες κουβέρτες, καθώς το ξεχασμένο πιάτο στο πάτωμα, έμοιαζαν με επισκέπτες σε θέση αναμονής, έτοιμοι να εξαφανιστούν μέσα στο ημερολογιακό κενό που ακολουθούσε την Πέμπτη. Ωστόσο, τώρα, και για όσο κρατούσε αυτό το τώρα, όλα ήταν χρόνος: η λιποθυμισμένη γεύση του καπνού πάνω στη γλώσσα, το φως που έκαιγε αριθμούς, καθώς και η απάντηση σε κάθε πώς που είχε σημασία. Κλείνοντας την πόρτα, οι επιφάνειες άρχισαν να στριφογυρίζουν μέχρι που στο τέλος δύο, τρεις, πέντε, οκτώ, δεκατρείς οριζόντιες τομές, χώρισαν τους τοίχους σε περιστρεφόμενες λωρίδες, οι οποίες έδειχναν να προκύπτουν από την προβολή διαφορετικών, μη-συγχρονισμένων πηγών. Μια σταγόνα κυλούσε απ’ το ταβάνι κι αμέσως βρισκόταν σε δύο, τρία, πέντε, οκτώ ή δεκατρία σημεία ταυτόχρονα, ενώ οι σκιές των σωμάτων εναλλάσσονταν διαρκώς μ' αυτές των αντικειμένων: κεφάλι και χέρι με πόδια κρεβατιού, και χέρι και πόδι με πλάτη καρέκλας, και χέρι και πόδι και σώμα, χωρίς ή με κεφάλι, χωρίς ή με κεφάλια, απομακρυσμένα στο φόβο ή φιλημένα στην έξαψη.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Κι εκατόν πενήντα επτά

Αφού κοίταξε το ρολόι του, προχώρησε μπροστά, αποφεύγοντας ένα μικρό ρυάκι από σαπουνόνερα και κοτσάνια ζαρζαβατικών, το οποίο κυλούσε κάτω από τους πάγκους, έξω στο πεζοδρόμιο και μέσα στο ρείθρο, ακολουθώντας τη λιπαρή απόφυση της κεντρικής αγοράς. Οι καταστηματάρχες είχαν προσπαθήσει να καταπολεμήσουν τη δυσωδία, τρίβοντας μια άσπρη σκόνη πάνω από τις βουλωμένες αποχετεύσεις, ενώ στη συνέχεια, είχαν αποφασίσει να τις σκεπάσουν με γυάλινα πάνελ, θέλοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, να αναδείξουν την εικαστική εκπλήρωση της αποσάθρωσης. Ως αποτέλεσμα, η ζύμωση της υγρασίας μαζί με τη σκόνη και τα παγιδευμένα μαρουλόφυλλα είχε δημιουργήσει ένα είδος τερατώδους βλάστησης, η οποία, τυλιγμένη με τις ευλογίες μιας υπόλευκης λέπρας, ασφυκτιούσε κάτω από το τζάμι, σαν οσιομάρτυρας που περίμενε τον ερχομό της φυτολογικής βασιλείας των βρυόφυτων. Η αντανάκλαση του μεσημεριανού ήλιου πάνω στο γυαλί περνούσε μέσα από τις μπεζ κουρτίνες κι έδινε στο χώρο μια άρρωστη απόχρωση. Προτού φύγει, είχε δει το φως να πέφτει με δύναμη πάνω στο δικό του παράθυρο, ζεσταίνοντας το περίγραμμα ενός σχεδόν διάφανου λεκέ· ήταν σα μια από τις ηλιαχτίδες να είχε συνθλιφτεί πάνω στο τζάμι. Δίπλα του περνούσε πλήθος κόσμου, κυρίως ηλικιωμένοι που ακολουθούσαν την ουρά μέσα στην είσοδο, κι έπειτα στέκονταν μπροστά στους πάγκους, εξαιρετικά σοβαροί, περιμένοντας να παραλάβουν τις μικρές τους μερίδες μέσα σε πιάτα από ανόμοια σερβίτσια, ακόμη και σε τάπερ, αφού η υπάλληλος είχε ανοίξει ένα χαμηλό ντουλάπι και σέρβιρε μέσα σε ό,τι έπιανε το χέρι της. Πάνω από το ταμείο, εδώ και ποιος ξέρει πόσα χρόνια, κρεμόταν ένα πλαστικό ψάρι, με το κεφάλι του ανασηκωμένο πάνω σε μια σειρά από καρφιτσωμένα ραπανάκια, ενώ ανάμεσα στα μικρά του δόντια, κάποιος είχε σφηνώσει ένα λυγισμένο τσιγάρο. Αφού περίμενε για λίγο στην ουρά, στη συνέχεια έκανε μερικά βήματα στην άκρη και πίσω από την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας είδε μια κοπέλα να κάθεται πάνω σ’ έναν μεταλλικό πάγκο και να μιλάει χαμηλόφωνα με ένα αγόρι, το οποίο τριβόταν διαρκώς πάνω στα γόνατά της. Σε κάθε τι που έλεγε, το αγόρι της απαντούσε με κάτι μονοκόμματες λέξεις, ενώ δε σταματούσε να την τραβάει από το χέρι, δείχνοντάς της μια μεγάλη κατσαρόλα. Για κάποιο λόγο ήταν σίγουρος ότι κάτω από τις πατάτες και τα λιωμένα καρότα υπήρχε κάτι κρυμμένο, όχι διαμάντια, ούτε ναρκωτικά, αλλά κάτι ανόητο· η φιγούρα ενός πειρατή με δυο μάτια και καθόλου χέρια, ένα σπασμένο όστρακο, ίσως μια πορσελάνινη υδρόγειος με ζωγραφισμένα νούφαρα στη θέση των ηπείρων ή μια σφραγίδα με τη λέξη veritas, τυλιγμένη στο σέλινο που κρεμόταν προκλητικά έξω από το στόμιο.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Κι εκατόν πενήντα έξι

Το Say Yes, εκτός του ότι έχει την ομορφότερη γέφυρα στην ιστορία της ποπ μουσικής είναι και η ομορφότερη γέφυρα προς κάποιον που αγαπάς, μάλλον.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Πετυχημένοι συνδυασμοί

Μέλι με μουστάρδα (Maille au Miel) 

Κάστανο με φυστίκι (Le Petite Marseillais - Chataigne & Pistache)

Τζιν με τόνικ (30 Δεκεμβρίου 2016)

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Charles Dickens - Ο κοινός μας φίλος

"Ναι, αλλά δεν είσαι νεκρός", είπε η Τζένυ Ρεν. "Πήγαινε και ζήσε!"

Ο κύριος Φλέτζεμπυ συμφώνησε με την προτροπή της, κι αφού έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι, γύρισε να φύγει. Καθώς ο Ράια τον ακολουθούσε κάτω στις σκάλες, άκουσαν το μικρό πλάσμα να λέει στον Εβραίο, μ' ασημένια φωνή, "Μην αργήσεις πολύ όμως. Να επιστρέψεις και να πεθάνεις!" Και συνέχισαν να κατεβαίνουν, ακούγοντας αυτή τη γλυκιά φωνούλα, όλο και πιο αμυδρά, να μισοτραγουδάει, "Να επιστρέψεις και να πεθάνεις, να επιστρέψεις και να πεθάνεις!"

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Κι εκατόν πενήντα πέντε

Αφού πέταξε τις παντόφλες της μαζί με κάτι ξεχασμένες κρέμες και κολόνιες, κι αφού δίπλωσε προσεκτικά τις ζωγραφιές με τους ήλιους και τα λιβάδια, κρύβοντάς τες μέσα στους οκτώ τόμους του Μεγάλου Ανατολικού, κι αφού προσπάθησε να ξεχάσει την υποχρέωση να ξεχνάει, πίνοντας το χειρότερο ξέπλυμα που μπορούσε να βρει, στο τέλος πήγε και ξεκρέμασε το πουκάμισο που της είχε αφήσει κάποιος πρώην -και το οποίο, κάποτε, το είχε δωρίσει σ' εκείνον, σε μια κίνηση δηλωτική της θέσης που καταλάμβανε ακόμη και στο παρελθόν της- κι αφού το φόρεσε, γύρισε να κοιταχτεί στον καθρέφτη, σίγουρος ότι τώρα πια του ερχόταν ακριβώς στα μέτρα του.