Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Κι εκατόν ογδόντα

Η αφόρητη κούραση του να ξεκουράζεσαι μόνο στο παρόν.

Κι εκατόν εβδομήντα εννιά

Προχωράς στο διάδρομο όπου συναντάς τη γάτα σου. Tη χαιρετάς σφυρίζοντας, αυτή σου ανταποδίδει το χαιρετισμό μ' ένα νιαούρισμα σε δυο φλατ τόνους -τι λέει, χωρίς ερωτηματικό- κι έπειτα συνεχίζετε προς αντίθετες κατευθύνσεις, ενώ στο μυαλό σου ακούγεται ένας μεταλλικός, οκταμπιτοσκάλιστος ήχος που ανακοινώνει ότι η σχέση σας έχει περάσει σε άλλο επίπεδο.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα οκτώ

Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις με ένα βιβλίο -εκτός του να το διαβάσεις- είναι να το δωρίσεις σε κάποιον που απεχθάνεσαι. Αν το βιβλίο είναι καλό και η απέχθεια σου δικαιολογημένη, δώρο και αποδέκτης δε θα συναντηθούν ποτέ και η μεταξύ τους απόσταση θα προσθέτει στην απόσταση που θες να κρατήσεις ο ίδιος, ενώ αν το βιβλίο είναι κακό (και η απέχθεια σου δικαιολογημένη) θα έχεις κομματάκι προχωρήσει το τέτρις της ζωής.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

25ος ακατάλληλος

Ηλίας Λάγιος - Το προτελευταίο ποίημα

Νύχτα. Κι εκείνος είχε σκύψει στα χαρτιά του
και προσπαθούσε (πλήρης μνήμης) να της γράψει
κάτι σαν ποίημα, σαν πνοούλα ή σαν άψη
λέξεις κτερίσματα μελλοντικού αβάτου.

Κι ήταν εκείθεν, υποκείμενος θανάτου
εντός του πάλλευκου φωτός που είχε ανάψει
'κείνη την κάποτε χαρά μήπως τρομάξει
με λίγο βήχα, λίγο βήμα ακροβάτου. 

"Μαριάννα, ίσως απόψε μ' έχετε προδώσει
ίσως και να 'χετε ξεχάσει τ' όνομά μου
είν' η ζωή που μ' έχει -σβάρνα- απαυτώσει
κι όχι το ώστε του νεκρικού θαλάμου·

που πια δεν θα σας ξαναδώ, κι όλος ο χρόνος
θα 'ναι ένας γέροντας – κατάκοιτος και μόνος".

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα επτά

Απαραιτήτως στυλιζαρισμένη, η ανοησία σκηνοθετεί τον εαυτό της ως απαρεγκλίτως ορατή.

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα έξι

Τον έρωτα, την αγάπη, τη χαρά τα ξετυλίγεις πιάνοντας την άκρη τους με την άκρη των νυχιών σου.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Brian Doyle - Joyas Voladoras

Ας σκεφτούμε για μια στιγμή το κολιμπρί. Η καρδιά του χτυπάει δέκα φορές το δευτερόλεπτο και το μέγεθός της δε διαφέρει από αυτό της γομολάστιχας που βρίσκεται στο πάνω μέρος ενός μολυβιού. Το ίδιο το κολιμπρί μόλις που είναι κάτι περισσότερο από την καρδιά του. Joyas Voladoras, ιπτάμενα κοσμήματα, έτσι τα είχαν ονομάσει οι πρώτοι λευκοί εξερευνητές της Αμερικής· τέτοια πλάσματα δεν είχαν ξαναδεί, μιας και τα κολιμπρί υπήρχαν μόνο στην Αμερική και πουθενά αλλού στο σύμπαν. Περισσότερα από τριακόσια διαφορετικά είδη βουίζουν και τρώνε το νέκταρ των λουλουδιών, ζώντας μέσα στο βόμβο μιας ωριαίας ατράκτου -συγγένειας ενάτου βαθμού με την των ανθρώπων- ενώ οι καρδιές τους χτυπούν πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι θα μπορούσαμε να αφουγκραστούμε αν πιέζαμε τα ελεφάντινα αυτιά μας πάνω στο απειροελάχιστο του στήθους τους.

Το κάθε κολιμπρί επισκέπτεται χίλια λουλούδια κάθε μέρα κι όταν καταδύεται στον αέρα η ταχύτητά του αγγίζει τα εκατό χιλιόμετρα την ώρα. Μπορεί επίσης να πετάξει ανάποδα, καθώς και να διασχίσει περισσότερα από οκτακόσια χιλιόμετρα χωρίς διακοπή. Όταν όμως σταματήσει για να ξεκουραστεί, τότε πλησιάζει ο θάνατος: τις νύχτες με παγωνιά ή όταν δεν έχει τροφή, το κολιμπρί καταφεύγει στη βραδύτητα και ο μεταβολικός του ρυθμός πέφτει στο ένα δέκατο πέμπτο σε σχέση με αυτόν του ύπνου του· η καρδιά του μόλις που χτυπάει, σερνόμενη σχεδόν προς το σταματημό της, κι αν δε βρει σύντομα ζεστασιά και γλυκό νέκταρ, τότε η καρδιά του παγώνει και πεθαίνει. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή τα κολιμπρί που δε θα ανοίξουν τα μάτια τους σήμερα: γενειοφόρα λοφιόκρανα, παπουτσωμένα και με ουρές σαν ρακέτες, συλφίδες με βιολετί ουρές και ξυλόνυμφες με μωβ σκουφί, πορφυρά τοπάζια και βυσσινοστεφανωμένες νεράιδες, κομήτες της κόκκινης ουράς, ξυλάστεροι αμέθυστοι, καθώς κι εκείνα που 'χουν ράμφος σαν αγκάθι και στο πιγούνι τους τα χρώματα του ουράνιου τόξου, κολιμπρί σμαράγδια με λαμπυρίζουσες κοιλιές, κολιμπρί με βελούδινο μωβ στέμμα στο κεφάλι, κολιμπρί αστροστόλιστα με χρυσαφένιες κοιλιές, κι ας μην ξεχάσουμε κι εκείνα με τη φλογισμένη ουρά και το σουβλερό ράμφος, καθώς και τα λοφάστερα των Άνδεων, τα κολιμπρί με την ουρά σαν σπάτουλα, αλλά κι αυτά που 'χουν πόδια σαν σφουγγαράκια· όλα τους διαγωνίζονται για τον τίτλο του πιο καταπληκτικού πράγματος που δεν έχετε δει ποτέ στη ζωή σας, και κάθε μια από τις ξέφρενες τους καρδιές μετριέται όσο το νύχι ενός μωρού, και κάθε μια είναι σιωπηλή, σαν μια υπέροχη, καθηλωμένη μουσική.

Τα κολιμπρί -όπως κι όλα τα πτηνά, αλλά αυτά ακόμη πιο πολύ- έχουν απίστευτο τρομερό ασταμάτητο μεταβολισμό και χρειάζονται καρδιές σαν μηχανές αγωνιστικών αυτοκινήτων μιας και καταναλώνουν οξυγόνο σε απερίγραπτους ρυθμούς. Οι ίνες από τις οποίες είναι κατασκευασμένες οι καρδιές τους είναι πολύ πιο λεπτές από τις δικές μας. Οι αρτηρίες τους είναι πιο στενές, πιο σκληρές. Οι καρδιακοί τους μυς έχουν περισσότερα μιτοχόνδρια από τους δικούς μας  -όλα αυτά ώστε να καταβροχθίζουν περισσότερο οξυγόνο. Οι καρδιές τους έχουν απογυμνωθεί από κάθε τι περιττό ώστε να πολεμούν τη βαρύτητα και την αδράνεια και να ακολουθούν το άγριο κυνήγι της τροφής -μια απογύμνωση που ευνοεί και την παράλογη ιδέα της πτήσης. Το κόστος αυτού του πάθους είναι ότι ζουν σε απόσταση αναπνοής από το θάνατο· παθαίνουν περισσότερα εμφράγματα, ανευρύσματα και αορτικούς διαχωρισμούς από οποιοδήποτε άλλο ζωντανό πλάσμα. Το να πετάς έχει ακριβό τίμημα. Η μηχανή καίγεται, λιώνει. Σε κάθε ζωντανό οργανισμό αντιστοιχούν περίπου δύο δισεκατομμύρια καρδιακοί παλμοί. Μπορείς να τους ξοδέψεις αργά, σαν τη χελώνα, και να ζήσεις μέχρι τα διακόσια, μπορείς να τους ξοδέψεις γρήγορα, σαν το κολιμπρί, και να ζήσεις μέχρι τα δύο σου έτη.

Η μεγαλύτερη καρδιά στον κόσμο βρίσκεται εντός της γαλάζιας φάλαινας. Ζυγίζει πάνω από εφτά τόνους και είναι μεγάλη σαν δωμάτιο. Πρόκειται όντως περί ενός δωματίου με τέσσερις κοιλότητες. Ένα μικρό παιδί θα μπορούσε να την περπατήσει χωρίς να χρειαστεί να σκύψει παρά μόνο για να διασχίσει τις βαλβίδες της, που είναι μεγάλες σαν τις δίφυλλες πόρτες των σαλούν. Αυτός ο οίκος της καρδιάς δίνει ζωή σε ένα πλάσμα που έχει τριάντα μέτρα μήκος, και το οποίο, όταν γεννιέται, έχει μήκος έξι μέτρα, ζυγίζει τέσσερις τόνους και είναι πολύ, πάρα πολύ μεγαλύτερο από το αυτοκίνητό σας. Πίνει σχεδόν τετρακόσια λίτρα μητρικού γάλατος την ημέρα και την επομένη ξυπνάει 90 κιλά βαρύτερο. Όταν είναι επτά ή οκτώ χρονών υπομένει μια αδιανόητη εφηβεία και ύστερα εξαφανίζεται κυριολεκτικά από το ανθρώπινο γνωστικό πεδίο, μιας και δε ξέρουμε σχεδόν τίποτα για το πώς ζευγαρώνει και πού ταξιδεύει, για το τι τρώει, για τις κοινωνικές σχέσεις του είδους του και την κοινωνική δομή τους, για τη γλώσσα, τις ασθένειες, την πνευματική ζωή, τους πολέμους, τις ιστορίες, την απελπισία και τις τέχνες τους. Υπάρχουν περίπου δέκα χιλιάδες γαλάζιες φάλαινες στον κόσμο· κολυμπούν σε όλους τους ωκεανούς της γης, είναι τα μεγαλύτερα πλάσματα που έχουν εμφανιστεί στον πλανήτη, αλλά δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα γι' αυτές. Γνωρίζουμε όμως το εξής: οι φάλαινες με τις μεγαλύτερες καρδιές στον κόσμο ταξιδεύουν κυρίως σε ζευγάρια, και τα διαπεραστικά βογγητά των στεναγμών τους, η οξύηχη και γεμάτη λαχτάρα διάλεκτός τους, μπορεί να ακουστεί χιλιόμετρα και χιλιόμετρα κάτω από το νερό.

Τα θηλαστικά και τα πτηνά έχουν καρδιές με τέσσερις κοιλότητες. Τα ερπετά και οι χελώνες με τρεις. Τα ψάρια με δύο, τα έντομα και τα μαλάκια με μία. Οι καρδιές των σκουληκιών έχουν μία κοιλότητα, ωστόσο ο αριθμός τους μπορεί να φτάσει ακόμη και τις έντεκα. Τα μονοκύτταρα βακτήρια δεν έχουν καρδιά, αλλά μέχρι και σε αυτά υπάρχει ένα αενάως ρέον υγρό, το οποίο κυματίζει από τη μια άκρη του κυττάρου προς την άλλη, περιδινούμενο και στροβιλιζόμενο. Κανένας ζωντανός οργανισμός δε στερείται κάποιας υγρής, εσωτερικής κινητικότητας. Μέσα μας όλοι έχουμε κάτι που αναδεύεται.

Πολλά χωράει η καρδιά μέσα σε μια ζωή, σε μια μέρα, σε μια ώρα, σε μια στιγμή. Στο τέλος, εντελώς ανοικτή δεν είναι για κανέναν -ούτε για τη μητέρα και τον πατέρα μας, ούτε για τον ή τη σύζυγό μας, ούτε για τον εραστή μας, ούτε για το παιδί μας, ούτε και για το φίλο μας. Μπορεί να ανοίγουμε παράθυρα, αλλά εντός του οίκου της ζούμε μόνοι. Ίσως και να μη γινόταν αλλιώς. Ίσως να μην αντέξαμε να ζήσουμε τόσο εκτεθειμένοι, υπό το διαρκή φόβο της συντριβής της. Όταν είμαστε νέοι πιστεύουμε ότι θα βρεθεί κάποιος που θα δοκιμάσει τη γεύση μας και θα την κρατήσει στη γλώσσα του εις τον αιώνα των αιώνων· όταν μεγαλώνουμε αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό δεν ήταν παρά το όνειρο ενός παιδιού κι ότι όλες οι καρδιές καταλήγουν μωλωπισμένες, χαρακωμένες, ραγισμένες. Παρά τις επισκευές και τα μπαλώματα του χρόνου, της θέλησης και της όποιας πυγμής του χαρακτήρα, οι καρδιές μας παραμένουν εύθραυστες, έτοιμες να καταρρεύσουν ανά πάσα στιγμή, όσο σκληρή και αν ήταν η άμυνα, μ' όσα τούβλα κι αν υψώθηκε ο τοίχος. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις όλες σου τις δυνάμεις και να χτίσεις την καρδιά σου στιβαρή και αδιάτρητη, μπορείς να τη σκληρύνεις, να την παγώσεις, αλλά αρκεί μια στιγμή για να ανατραπούν τα πάντα, αρκεί το βλέμμα μιας γυναίκας καθώς γυρίζει και σε ξανακοιτάζει, η μυρωδιά του μήλου στην ανάσα ενός παιδιού, το γυαλί που θρυμματίζεται πάνω στην άσφαλτο, οι λέξεις έχω κάτι να σου πω, μια γάτα με διαλυμένη ραχοκοκαλιά που σέρνεται στο δάσος για να πεθάνει, το ελαφρύ άγγιγμα του χάρτινου, γερασμένου χεριού της μητέρας σου πάνω στη συστάδα των μαλλιών σου, η ανάμνηση της φωνής του πατέρα σου, νωρίς το πρωί, να αντηχεί στην κουζίνα, καθώς ετοιμάζει τηγανίτες για τα παιδιά του.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

David Foster Wallace - Όλα είναι πράσινα

Λέει, δε με νοιάζει αν με πιστεύεις ή όχι. Εγώ σου είπα την αλήθεια, αλλά ορίστε, εσύ κάνε ό,τι νομίζεις. Πράγμα που σημαίνει ότι σίγουρα λέει ψέματα. Όταν λέει αλήθεια κάνει σαν τρελή για να σε πείσει. Οπότε νιώθω ότι ξέρω.

Ανάβει ένα τσιγάρο και τραβάει το βλέμμα της· έτσι όπως καπνίζει κάτω από το φως του βρεγμένου παραθύρου δείχνει μυστηριώδης κι εγώ δεν έχω ιδέα τι πρέπει να πω.

Της λέω, Μεϊφλάι, δεν ξέρω τι να νιώσω, τι να πω, ούτε τι να κάνω, δεν ξέρω πια αν μπορώ να σε πιστέψω. Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που ξέρω, όπως ότι είμαι μεγαλύτερος από 'σένα και ότι σου 'χω δώσει τα πάντα, και με τα χέρια και με την καρδιά μου. Ό,τι υπάρχει μέσα μου στο έχω δώσει. Κάνω ό,τι μπορώ, δουλεύω κάθε μέρα χωρίς σταματημό, και ο λόγος είσαι εσύ. Προσπάθησα να φτιάξω ένα σπίτι, να στο δώσω να μείνεις, να 'ναι ωραίο.

Ανάβω κι εγώ ένα τσιγάρο και πετάω το σπίρτο στο νεροχύτη μαζί με τα υπόλοιπα σπίρτα, τα πιάτα, το σφουγγάρι και διάφορα άλλα κουζινικά.

Της λέω, Μεϊφλάι η καρδιά μου έχει τραβήξει τόσα για 'σένα, αλλά είμαι σαράντα οκτώ χρονών και δε μπορώ να αφήνω τις καταστάσεις να με παρασέρνουν. Πρέπει να εκμεταλλευθώ το χρόνο που μου απομένει για να φτιάξω τη ζωή μου, για να καταφέρω να νιώσω όπως έχω ανάγκη να νιώσω. Υπάρχουν πράγματα που χρειάζομαι, τα οποία δε μπορείς καν να τα δεις μιας και είναι κρυμμένα πίσω από όλα αυτά που θες για τον εαυτό σου.

Δεν λέει τίποτα κι εγώ κοιτάζω προς το παράθυρό της και νιώθω ότι ξέρει ότι ξέρω τι έχει συμβεί, και τότε αλλάζει θέση στον καναπέ, σηκώνει τα πόδια της από το πάτωμα και κάθεται πάνω τους με το σορτς της.

Της λέω, πραγματικά δεν έχει σημασία τι είδα ή τι νομίζω ότι είδα. Δεν έχει πια να κάνει μ’ αυτό. Ξέρω ότι είμαι μεγαλύτερος από 'σένα και νιώθω πως εγώ σου δίνω τα πάντα κι εσύ δε μου δίνεις τίποτα.

Είναι νωρίς το πρωί. Τα μαλλιά της είναι πιασμένα με ένα τσιμπιδάκι και καρφίτσες, έχει το πιγούνι της ακουμπισμένο πάνω στο χέρι της και μοιάζει να ονειρεύεται στο καθαρό φως που περνάει μέσα από το βρεγμένο παράθυρο, πάνω από τον καναπέ μου.

Όλα είναι πράσινα, λέει. Μιτς, κοίτα πόσο πράσινα είναι. Πώς μπορείς και λες ότι νιώθεις έτσι όταν όλα έξω είναι πράσινα.

Η δυνατή βροχή της χθεσινής νύχτας έχει ξεπλύνει το παράθυρο στο νεροχύτη της μικρής μου κουζίνας και τώρα είναι νωρίς το πρωί, έχει ήλιο κι έξω γίνεται ένας χαμός από πράσινο. Τα δέντρα είναι πράσινα και στο δρόμο, πέρα από τα σαμαράκια, κάποια κομμάτια γρασίδι είναι κι αυτά πράσινα και βρεγμένα, αλλά όχι, δεν είναι τα πάντα πράσινα, τα άλλα τροχόσπιτα δεν είναι πράσινα, το πτυσσόμενο τραπέζι δίπλα στις σειρές με τις λακκούβες δεν είναι πράσινο, οι μπύρες και τα αποτσίγαρα που επιπλέουν μέσα στα τασάκια δεν είναι πράσινα, το φορτηγό μου, το χαλίκι στο οικόπεδο, το πλαστικό τρίκυκλο που έχει πέσει κάτω από το άδειο σχοινί της μπουγάδας στο διπλανό τροχόσπιτο του τύπου με τα παιδιά, ούτε αυτά είναι πράσινα.

Όλα είναι πράσινα, λέει. Το ψιθυρίζει και ο ψίθυρός της δεν απευθύνεται πια σε 'μένα, το ξέρω.

Πετάω το τσιγάρο και γυρίζω την πλάτη μου στη μέρα που ξημερώνει, έχοντας μια γεύση στο στόμα, σαν κάτι αληθινό. Γυρίζω με δυσκολία και τη βλέπω να κάθεται στον καναπέ, στο φως.

Κοιτάζει έξω και την κοιτάζω κι εγώ και νιώθω κάτι μέσα μου, κάτι που δε μπορεί να κλείσει. Η Μεϊφλάι έχει σώμα. Και είναι το πρωί μου. Πες το όνομά της.

Wallace Stevens - Ο πλανήτης στο τραπέζι

Ο Άριελ ήταν χαρούμενος που είχε γράψει τα ποιήματά του.
Ήταν κομμάτια μιας εποχής που είχε θυμηθεί
Ή ενός πράγματος που είχε δει και του είχε αρέσει.

Κάποια άλλα από τα δημιουργήματα του ήλιου 
Ήταν τα σκουπίδια, ένας κυκεώνας
Και o παλιός θάμνος μαραμένος.

Ο εαυτός του και ο ήλιος ήταν ένα
Και τα ποιήματά του, αν και δημιουργήματα του εαυτού του,
Ήταν εξίσου δημιουργήματα του ηλίου.

Το σημαντικό δεν ήταν να μη χαθούν.
Αυτό που είχε σημασία ήταν να φέρουν
Κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα, ένα ύφος,

Κάτι από την αφθονία του πλανήτη στον οποίο ανήκαν,
ακόμη κι αν μέσα από τη φτώχεια των λέξεων
μετά βίας γινόταν αντιληπτή

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Wallace Stevens - Το ποιήμα που πήρε τη θέση ενός βουνού

Ήταν εκεί, λέξη προς λέξη, 
Το ποίημα που είχε πάρει τη θέση ενός βουνού.

Κι αυτός συνέχιζε να αναπνέει το οξυγόνο του,
Ακόμη κι όταν το βιβλίο στεκόταν ανάποδα πάνω στη σκόνη του γραφείου.

Του θύμιζε πόσο είχε ανάγκη
Ένα μέρος που να τον ακολουθεί προς τα εκεί όπου κατευθυνόταν,

Του θύμιζε πώς είχε ανακατατάξει τα πεύκα, 
πώς είχε μετατοπίσει τις πέτρες και πώς είχε ανοίξει δρόμο μέσα στα σύννεφα,

Ώστε να βρει τη σωστή προοπτική,
Το σημείο απ' όπου θα ένιωθε πλήρης μέσα από μια ανεξήγητη πληρότητα:

Πάνω σε έναν συγκεκριμένο βράχο, εκεί όπου το ασαφές του εαυτού του
Θα ανακάλυπτε, επιτέλους, τη θέα αυτού που είχαν πλησιάσει,

Εκεί όπου θα μπορούσε να ξαπλώσει, κι ατενίζοντας κάτω τη θάλασσα
Να αναγνωρίσει το ολόδικό του, μοναχικό σπίτι.

Wallace Stevens - Απλώς υπάρχοντας

Ο φοίνικας στο τέλος του νου,
Υψώνεται πέρα και από τις τελευταίες σκέψεις
Στην ορειχάλκινη απόσταση,

Ένα πουλί με χρυσά φτερά
Τραγουδάει πάνω στο φοίνικα, τραγούδι ξένο
Χωρίς νόημα κι αίσθημα ανθρώπινο.

Και τότε ξέρεις ότι δεν είναι αυτή η αιτία
Που είμαστε χαρούμενοι ή δυστυχισμένοι.
Το πουλί τραγουδάει. Τα φτερά του λαμπυρίζουν.

Ο φοίνικας στέκεται στην άκρη του διαστήματος.
Ο αέρας περνάει αργά ανάμεσα από τα κλαδιά του.
Το πουλί κρεμάει τα πυροστόλιστα φτερά του.

Κι εκατόν εβδομήντα πέντε

Από τη στιγμή που οι χρονομηχανές κατέστησαν την Ιστορία προσπελάσιμη, το τέλος τους ήταν προδιαγεγραμμένο. Σκατά στον οριζόντιο άξονα του χρόνου, ζήτω το βάθος και το ύψος του παρόντος, είπε κι έφαγε μια ακόμη τούφα γκαζόν.

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα τέσσερα

Τον καιρό που ο Λεόντιος γνώρισε τη Λένα η αγάπη του άρχισε να κοιμάται μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες, ροδοδάφνες κι αναμμένα κεριά. Ο ίδιος πάντως κοιμόταν απέξω. Παρ' όλα αυτά, η πράξη της επιστροφής συνετελέσθη δίχως την παραμικρή δυσκολία· η ευτυχία τον τραβούσε από το αυτί, η αγάπη του κοιμόταν του καλού καιρού και οι μέρες είχαν πάρει τη γεύση του υπόστροφου έρωτα. Μακριά από τις παραλίες της Νότιας Ιταλίας, αλλά ακόμη πιο μακριά από τους ψιθύρους στους διαδρόμους των νεκροτομείων, ο Λεόντιος ακολουθούσε την αναπνοή της Λένας μέσα στον ύπνο, ακούγοντας τους διαδοχικούς τριγμούς των ελατηρίων και τραβώντας την πού και πού από το χέρι για να αποφύγουν κάποιον εφιάλτη. Ωστόσο, λίγο πριν το λευκό τίποτα που προηγούνταν της μετάβασης στην πρώτη πράξη, τα γρανάζια γύρισαν, τα αυτόματα ξεκούρδισαν, και μπροστά του εμφανίστηκε η Ροζέτα, ισχνή μέσα στην άλω των εντυπώσεων που ακολουθούν των αρραβώνα με ιδιοκτήτη μπυραρίας. Ο Λεόντιος ξύπνησε αναποδογυρισμένος στο πάτωμα κι αφού σκούπισε το λάδι στα πλακάκια, άφησε την αχώρητη απελπισία να τον ανεβάσει στη βασιλική κλίνη όπου τον περίμεναν οι επιλογές του. Τον Βαλέριο δεν μπορούσε να τον ξυπνήσει -από το πολύ δούλεμα η άκρη της μύτης του είχε αποκτήσει γραμμώσεις- ο πατέρας του βρισκόταν σε σύσκεψη με το υπερπέραν, ενώ ο παιδαγωγός δεν ήξερε να προικίζει τη δυστυχία. Συνεπώς, την απάντηση την πήρε από τον ίδιο του τον εαυτό, ο οποίος του εξήγησε ότι ναι, έρχονται και θα 'ρχονται, αλλά για να σε αποχαιρετήσουν.

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα τρία

Η Εμίλ ξυπνάει μέσα στο φως, τινάζει τα χέρια στον αέρα σαν ενθουσιώδες πρελούδιο αλπινικής συμφωνίας και ύστερα αρχίζει να χοροπηδάει από την κρεβατοκάμαρα στο μπάνιο κι από το μπάνιο στην κουζίνα. Η καφεΐνη χαρτογραφεί κολπικές μαρμαρυγές, ρινίτιδα, πονόδοντο και ούτω καθεξής, αλλά η ίδια δε δίνει δεκάρα τσακιστή· χαιρετά τα λουλούδια και τρέχει να προλάβει το τραίνο που θα την πάει στη δουλειά της. Σίγουρη ότι έχει γεννηθεί δεκατρία χρόνια μετά τον τοκετό της μητέρας της, μέσα σε ένα όραμα ασπαρτάμης, μπαίνει στο βαγόνι και προχωρά προς ένα άδειο κάθισμα, έχοντας όλα τα συμπεράσματα δικά της. Έξω φυσάει και αμαξοστοιχία ακολουθεί τα λυγισμένα φοινικόδεντρα προς έναν παραθαλάσσιο σταθμό, κατηφορίζοντας τη συναισθηματική απορροή αυτών των βουβών διαδρομών, οι οποίες, ανάλογα με τις μικροδιακυμάνσεις των βλεμμάτων που η Εμίλ ανταλλάσσει με το είδωλό της στο παράθυρο, καταλήγουν είτε στη στραφταλίζουσα θάλασσα είτε στην ανήλιαγη λησμονιά του βυθού της. Σήμερα, ωστόσο, έχει ήδη κατεβεί στον έκκεντρο χρόνο ενός ονείρου -το κεφάλι της γέρνει στο παράθυρο, τα μάτια της γίνονται μαύρα, κατάμαυρα, κάποιος της σηκώνει τα βλέφαρά και τη φυσάει στη μύτη, στα μάγουλα, στο στόμα- το οποίο περιστρέφεται κάτω από τον χαρακτηριστικό κόκκο των 35mm, μια λεπτομέρεια που κάνει το όνειρο του θανάτου της πιο ζωντανό από το όνειρο της ζωής της, πιο ζωντανό κι από την ίδια της τη ζωή.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

J.G. Ballard - High-Rise

Αργότερα, ενώ ο Δρ Λανγκ καθόταν στο μπαλκόνι του κι έτρωγε τον σκύλο, άρχισε να σκέφτεται τα όσα περίεργα είχαν συμβεί τους τελευταίους τρεις μήνες μέσα σε αυτό το τεράστιο κτίριο. Τώρα, που όλα είχαν επιστρέψει στους κανονικούς τους ρυθμούς, αυτό που του έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει μια συγκεκριμένη αρχή, ένα σημείο πέραν του οποίου οι ζωές τους είχαν μεταβεί σε μια αναμφιβόλως πιο δυσοίωνη διάσταση. Ο ουρανοξύστης, ένα κτίριο με σαράντα ορόφους, χίλια διαμερίσματα, σουπερμάρκετ και πισίνες, τράπεζα και σχολείο, όλα κατ’ ουσίαν αφημένα στο έλεος των ουρανών, πρόσφερε παραπάνω από αρκετές αφορμές για καβγάδες και διενέξεις. Βέβαια, το τελευταίο μέρος που θα επέλεγε ο ίδιος ο Λανγκ ως χώρο διεξαγωγής των πρώτων αψιμαχιών ήταν το διαμέρισμά του στον 25ο όροφο, ένα πανάκριβο κελί, σφηνωμένο σχεδόν στην πρόσοψη του κτιρίου, το οποίο είχε αγοράσει μετά το διαζύγιό του ειδικά για την ησυχία και την προοπτική της ανωνυμίας που υποσχόταν. Όλως περιέργως, παρά τις προσπάθειές του να κρατηθεί σε απόσταση από τους δυο χιλιάδες γείτονές του, καθώς κι από την καθιερωμένη ρουτίνα των ανούσιων συγκρούσεων, οι οποίες στην πραγματικότητα συνιστούσαν το μοναδικό δείγμα του συλλογικού τους βίου, εδώ ακριβώς ήταν που συνέβη το πρώτο σημαντικό επεισόδιο, σε αυτό το μπαλκόνι όπου τώρα, λίγο πριν φύγει για τη διάλεξή του στην ιατρική σχολή, καθόταν οκλαδόν δίπλα σε μια φωτιά αναμμένη με τηλεφωνικούς καταλόγους κι έτρωγε το ψητό μπούτι του λυκόσκυλου Αλσατίας.

Ένα σαββατιάτικο πρωινό τρεις μήνες πριν, λίγα λεπτά μετά τις έντεκα, κι ενώ ετοίμαζε το πρόγευμά του, αιφνιδιάστηκε από έναν θόρυβο στο μπαλκόνι του καθιστικού. Ένα μπουκάλι αφρώδους οίνου είχε πέσει από κάποιον όροφο δεκαπέντε μέτρα ψηλότερα, στη συνέχεια είχε αναπηδήσει σε μια τέντα και, τέλος, είχε σπάσει πάνω στα πλακάκια του μπαλκονιού του.
         Η μοκέτα του καθιστικού είχε γεμίσει πιτσιλιές αφρού και σπασμένα γυαλιά. Ο Λανγκ στάθηκε ξυπόλητος ανάμεσα στα αιχμηρά θραύσματα και κοίταξε το κρασί που άφριζε πάνω στα ραγισμένα πλακάκια. Στον 31ο όροφο ένα πάρτι βρισκόταν σε εξέλιξη· μπορούσε να ακούσει τους ήχους μιας σκοπίμως υπερενθουσιώδους φλυαρίας να αναμειγνύονται με τις εκκωφαντικές στριγκλιές του πικάπ. Ίσως κάποιος ζωηρός καλεσμένος να είχε ρίξει το μπουκάλι από τα κάγκελα κατά λάθος. Φυσικά, κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί στο ελάχιστο για το πού θα κατέληγε αυτό το γυάλινο βλήμα -- ο Λανγκ είχε ήδη διαπιστώσει πως οι ένοικοι των ουρανοξυστών συνήθως δεν νοιάζονταν για όσους ζούσαν δυο ορόφους κάτω τους.
         Προσπαθώντας να εξακριβώσει τη θέση του διαμερίσματος, πάτησε πάνω στην κρύα λίμνη που συνέχιζε να αφρίζει στα πλακάκια. Αν έμενε για αρκετή ώρα σε αυτό το σημείο, εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει με το χειρότερο χανγκ όβερ στον κόσμο. Ακούμπησε στα κάγκελα κι έγειρε προς τα έξω μετρώντας προσεκτικά τα μπαλκόνια στην πρόσοψη του κτιρίου. Ως συνήθως, οι διαστάσεις που καταλάμβαναν οι σαράντα όροφοι του ουρανοξύστη έκαναν το κεφάλι του να γυρίζει. Ο Λανγκ κατέβασε το βλέμμα στα πλακάκια του δαπέδου και στηρίχτηκε στην κάσα της μπαλκονόπορτας. Η αχανής απόσταση που παρεμβαλλόταν ανάμεσα στο κτίριο όπου έμενε και στον γειτονικό ουρανοξύστη, τετρακόσια μέτρα πιο κάτω, του έφερνε ίλιγγο. Μερικές φορές αισθανόταν λες και ζούσε στο βαγόνι μιας ρόδας του λούνα παρκ, το οποίο ήταν μονίμως σταματημένο ενενήντα μέτρα πάνω από το έδαφος.
         Ωστόσο, δεν είχε χάσει τον αρχικό του ενθουσιασμό. Ο ουρανοξύστης ήταν το πρώτο ολοκληρωμένο κτίσμα ενός σχεδίου ανάπτυξης που περιλάμβανε άλλες τέσσερις πανομοιότυπες μονάδες, κι επίσης το πρώτο που είχε κατοικηθεί. Όλα τα κτίρια βρίσκονταν σε μια περιοχή έκτασης δύο τετραγωνικών χιλιομέτρων δίπλα στη βόρεια όχθη του ποταμού, γεμάτη ξεχασμένες αποβάθρες και αποθήκες. Οι πέντε ουρανοξύστες είχαν ανεγερθεί στην ανατολική περίμετρο του εργοταξίου κι έβλεπαν προς μια τεχνητή λίμνη - μια άδεια τσιμεντένια στέρνα προς το παρόν - περιτριγυρισμένη από θέσεις στάθμευσης και μηχανήματα. Στην απέναντι όχθη, ανάμεσα στην ιατρική σχολή του Λανγκ και στα καινούργια τηλεοπτικά στούντιο, βρισκόταν η προσφάτως ανεγερθείσα αίθουσα συναυλιών. Το τεράστιο μέγεθος αυτού του αρχιτεκτονήματος από γυαλί και μπετόν, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή τοποθέτησή του πάνω σε μια στροφή του ποταμού, διαχώριζε με σαφή τρόπο τον χώρο του σχεδίου ανάπτυξης από την παρηκμασμένη περιοχή που το περιέβαλλε -- απομεινάρια σπιτιών του δεκάτου ενάτου αιώνα κι άδεια εργοστάσια, τα οποία είχαν ήδη ενταχθεί σε κάποιο σχέδιο ανάπλασης.
         Παρ’ όλο που η πόλη δεν απείχε περισσότερο από τρία χιλιόμετρα, αν ακολουθούσε κανείς το ποτάμι προς τα δυτικά, τα κτίρια γραφείων του κεντρικού Λονδίνου ανήκαν σε έναν διαφορετικό κόσμο, τόσο από άποψη χρόνου όσο και χώρου. Τα υαλοπετάσματα και οι κεραίες τηλεπικοινωνιών ήταν κρυμμένες πίσω από ένα πυκνό νέφος, το οποίο θόλωνε τις αναμνήσεις του Λανγκ. Έξι μήνες πριν, όταν είχε πουλήσει το μισθωτήριο του σπιτιού του στο Τσέλσι μετακομίζοντας στην ασφάλεια του ουρανοξύστη, είχε ταξιδέψει πενήντα χρόνια στο μέλλον, αφήνοντας πίσω του τον συνωστισμό των δρόμων και την κυκλοφοριακή συμφόρηση, καθώς και τα ατέλειωτα ταξίδια με το μετρό εν ώρα αιχμής κάθε φορά που έπρεπε να πάει στο γραφείο του παλιού νοσοκομείου όπου δούλευε ως επιβλέπων καθηγητής.
         Αντιθέτως, εδώ, τα κύρια χαρακτηριστικά της ζωής του ήταν ο άπλετος χώρος, το φως και οι απολαύσεις μιας διακριτικής ανωνυμίας. Η διαδρομή προς το Τμήμα Φυσιολογίας της ιατρικής σχολής δεν διαρκούσε περισσότερο από πέντε λεπτά με το αμάξι, και πέρα από αυτή τη μία και μοναδική έξοδο, η ζωή του Λανγκ στον ουρανοξύστη είχε μια αυτάρκεια όμοια με του κτιρίου. Στην ουσία, το πολυώροφο κτίριο ήταν μια μικρή πόλη σε κάθετη διάταξη, οι δυο χιλιάδες κάτοικοι της οποίας ζούσαν εγκιβωτισμένοι ο ένας πάνω στον άλλο μέχρι τον ουρανό. Οι ένοικοι είχαν τη συνιδιοκτησία του κτιρίου, το οποίο και διηύθυναν μέσω ενός διαχειριστή και του προσωπικού του.
         Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το μέγεθός του, ο ουρανοξύστης διέθετε εντυπωσιακό εύρος υπηρεσιών. Ολόκληρος ο 10ος όροφος είχε μετατραπεί σε μια τεράστια αίθουσα, στο μέγεθος του καταστρώματος ενός αεροπλανοφόρου, η οποία διέθετε σουπερμάρκετ, τράπεζα, κομμωτήριο, πισίνα και γυμναστήριο, μια πολύ καλά εφοδιασμένη κάβα, ακόμη κι ένα σχολείο για τα ελάχιστα παιδιά του κτιρίου. Αρκετά πατώματα πάνω από το διαμέρισμα του Λανγκ, στον 35ο όροφο, υπήρχε μια δεύτερη, μικρότερη, πισίνα, σάουνα και εστιατόριο. Ενθουσιασμένος με την υπεραφθονία των ανέσεων που είχε στη διάθεσή του, ο Λανγκ έβρισκε όλο και λιγότερες αφορμές για να βγει από το κτίριο. Έτσι λοιπόν, τακτοποίησε τη συλλογή δίσκων του και προσαρμόστηκε στην καινούργια του ζωή περνώντας τον χρόνο του καθισμένος στο μπαλκόνι κι ατενίζοντας τους χώρους στάθμευσης και τις τσιμεντένιες πλατείες. Παρ’ όλο που το διαμέρισμά του βρισκόταν μόλις στον 25ο όροφο, πρώτη φορά αισθανόταν ότι ο ουρανός βρισκόταν κάτω, κι όχι πάνω από το κεφάλι του. Κάθε μέρα που περνούσε, οι ουρανοξύστες του κεντρικού Λονδίνου έμοιαζαν όλο και πιο μακρινοί, σαν να ανήκαν στο τοπίο ενός εγκαταλελειμμένου πλανήτη, ο οποίος απομακρυνόταν με αργό ρυθμό από τη σκέψη του. Σε αντίθεση με τη γαλήνια και ομαλή γεωμετρία της αίθουσας συναυλιών και των τηλεοπτικών στούντιο, το ακανόνιστο περίγραμμα της πόλης έμοιαζε με το διαταραγμένο εγκεφαλογράφημα μιας ανεπίλυτης ψυχικής διαταραχής.
         Το διαμέρισμα ήταν ακριβό. Το καθιστικό, η κρεβατοκάμαρα, η κουζίνα και το μπάνιο συνδέονταν μεταξύ τους ώστε να εξοικονομηθεί χώρος και να αποφευχθεί τη χρήση εσωτερικών διαδρόμων. Κάποια στιγμή ο Λανγκ είχε πει στην αδερφή του, η οποία ονομαζόταν Άλις Φρόμπισερ, ήταν παντρεμένη με έναν εκδότη κι έμενε σε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα τρεις ορόφους πιο κάτω, ότι το διαμέρισμα του έδινε την εντύπωση πως ο αρχιτέκτονας του κτιρίου είχε περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέσα σε διαστημική κάψουλα. Του φαινόταν παράξενο που οι τοίχοι δεν ήταν κυρτοί.
         Στην αρχή το τσιμεντένιο τοπίο του εργοταξίου τού είχε προκαλέσει μια έντονη αίσθηση αποξένωσης. Κοιτάζοντάς το ένιωθε πως αντίκριζε ένα αρχιτεκτόνημα σχεδιασμένο για τη διεξαγωγή κάποιου πολέμου -- σε υποσυνείδητο επίπεδο τουλάχιστον. Ύστερα από όλα όσα είχε περάσει με το διαζύγιό του, το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να ξυπνάει το πρωί και να βλέπει μια σειρά τσιμεντένιων οχυρών.
         Παρ’ όλα αυτά, η Άλις δεν άργησε να τον πείσει για την ασαφή γοητεία της ζωής σε έναν πολυτελή ουρανοξύστη. Η αδερφή του, επτά χρόνια μεγαλύτερη, είχε καταφέρει να του παρουσιάσει μια αρκετά πειστική αποτίμηση των αναγκών που θα προέκυπταν μετά το διαζύγιό του, τονίζοντας ιδιαιτέρως τις ευκολίες που παρείχαν οι υπηρεσίες του κτιρίου, καθώς και την πλήρη ανεξαρτησία που θα απολάμβανε στην ιδιωτική του ζωή. «Θα είναι σαν να μένεις μόνος σ’ ένα άδειο κτίριο. Πώς σου φαίνεται αυτό, Ρόμπερτ;» Κι έπειτα είχε προσθέσει και το εξής παράδοξο: «Εξάλλου, ο ουρανοξύστης είναι γεμάτος ανθρώπους που οφείλεις να γνωρίσεις».
         Κατά τη διάρκεια των πρώτων του διερευνητικών επισκέψεων, οι δυο χιλιάδες ένοικοι του ουρανοξύστη είχαν όντως τραβήξει το ενδιαφέρον του, καθώς συγκροτούσαν ένα σχεδόν ομοιογενές δείγμα εύπορων επαγγελματιών, αποτελούμενο από δικηγόρους, γιατρούς, λογιστικούς συμβούλους, ανώτερους ακαδημαϊκούς, στελέχη διαφημιστικών εταιριών, όπως επίσης και από μια μικρότερη ομάδα πιλότων, τεχνικών του κινηματογράφου και αεροσυνοδών, οι οποίες μοιράζονταν διαμερίσματα ανά τριάδες. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα συνήθη οικονομικά και μορφωτικά κριτήρια, οι γείτονές του είχαν περισσότερα κοινά από οποιαδήποτε άλλη κοινότητα μπορούσε να φανταστεί κανείς· μοιράζονταν τις ίδιες προτιμήσεις και συμπεριφορές, την ίδια αισθητική και τις ίδιες ιδιοτροπίες, ξεκάθαρα αντικατοπτριζόμενες στην επιλογή των αυτοκινήτων που περίμεναν σταθμευμένα γύρω από τον ουρανοξύστη, στις εξεζητημένες ποικιλίες τροφίμων που αγόραζαν στο ντελικατέσεν του σουπερμάρκετ, και στον σίγουρο τόνο της φωνής τους. Εν ολίγοις, αποτελούσαν το τέλειο υπόβαθρο μέσα στο οποίο ο Λανγκ μπορούσε να αφομοιωθεί ανενόχλητος. Η υπερβολή της εικόνας που είχε παρουσιάσει η αδερφή του, όπου ο Λανγκ ζούσε μόνος σε ένα άδειο κτίριο, ήταν τελικά πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα από ό,τι είχε και η ίδια φανταστεί. Ο ουρανοξύστης έμοιαζε με τεράστια μηχανή σχεδιασμένη να εξυπηρετεί όχι το σύνολο των ενοίκων της, αλλά τον καθένα ξεχωριστά. Εξοπλισμένος με εγκαταστάσεις κλιματισμού, ασανσέρ, αγωγούς ρίψης απορριμμάτων και ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου, παρείχε στους ενοίκους μια αδιάκοπη ροή φροντίδας και περιποίησης, η οποία έναν αιώνα νωρίτερα θα απαιτούσε μια ολόκληρη στρατιά άοκνων υπηρετών.
         Εκτός τούτου, από τη στιγμή που ο Λανγκ είχε διοριστεί στη θέση του λέκτορα Φυσιολογίας στη νέα ιατρική σχολή, η αγορά ενός διαμερίσματος πλησίον της δουλειάς του έμοιαζε με μια απολύτως λογική κίνηση, ενώ ήταν κι ένα καλό πρόσχημα ώστε να αναβάλει ακόμη μια φορά την απόφαση να αφήσει τη διδασκαλία και να ασχοληθεί με τη γενική ιατρική. Όπως έλεγε κι ο ίδιος στον εαυτό του, δεν είχε ακόμη συναντήσει τους πραγματικούς του ασθενείς· μπορεί τελικά να τους έβρισκε στον ουρανοξύστη. Ξεπερνώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τις αμφιβολίες του σχετικά με το κόστος του διαμερίσματος, υπέγραψε ένα μισθωτήριο διάρκειας ενενήντα εννέα ετών και μετακόμισε στο ένα χιλιοστό της πρόσοψης του κτιρίου που του αναλογούσε.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Denis Johnson - Το πέπλο

Όταν η παλίρροια απλωνόταν κάτω από τα σύννεφα 
του απογεύματος κι αντανακλούσε την εικόνα τους
έμπλεη ανώνυμων βαρκών και λίγο πιο λιπαρή,
καθόμουν συνήθως κι έπινα στην άκρη της,
εκεί όπου το φως διαπερνούσε το υγρό περιεχόμενο των ποτηριών
κι έπεφτε πάνω στα λευκά τραπεζομάντιλα,
αναπαυόμενο σαν υποστασιοποιημένη διαύγεια, θα σκεφτόταν κανείς,
ακριβώς στο σημείο όπου αν άπλωνες το χέρι σου μπορούσες να το αγγίξεις.
Καθώς το ένα ποτό ακολουθούσε το άλλο, οι οκνές
και ακατανόητες φωνές που ανέδιδε το γεύμα δημιουργούσαν
ένα παράθυρο υπεριώδους φωτός στο μυαλό, 
πίσω από το οποίο μπορούσες να δεις επιτέλους το σκελετό
κάθε πράγματος, απογυμνωμένο από κάθε έννοια συνεπαγωγής,
απαλλαγμένο από τη γεωγραφία και στερούμενο της οποιασδήποτε 
γοητείας· και εντός αυτού του εκπορευομένου 
φωτός ίσως έβλεπες κάποιον
να ακουμπά μια χαρτοπετσέτα στα χείλη του
ή να αφήνει μια απαστράπτουσα πιστωτική κάρτα σε έναν πλαστικό δίσκο
και τότε θα ήξερες. Γαμώτο θα ήξερες.
Και δε θα μπορούσες ποτέ να μιλήσεις.

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Denis Johnson - Εξάχρονο αγόρι θυμάται

ήταν μια γεμάτη μέρα. το πρωί
η μητέρα του τον φώναξε από τον κήπο
κι αυτός έτρεξε
πιστεύοντας ότι ήταν

ένας πύργος μέσα στο φως 
γύρω της.
ήθελε να της δώσει
νερό ή κάτι το μικρό. αργότερα

ίσως αποφάσιζε να ζέψει το απόγευμα 
μπροστά για να μας σύρει
πάνω ή κάτω, ποιος ξέρει
τι μπορεί να γίνει αργότερα

τώρα είναι το θέμα, τώρα
που το φως περικυκλώνει το σπίτι
στην αυλή και νωρίτερα, 
πριν το μεσημεριανό, όταν είδε τον πατέρα του

να κατεβάζει τον κουβά στο πηγάδι
βαθιά στο κρυμμένο νερό, το πιο κρύο
νωρίτερα, όταν είδε τον πατέρα του
να σκύβει

πάνω από το νερό, και δεν
αναγνώρισε τη συγκρότηση μιας ανάμνησης 
και δεν συνειδητοποίησε ότι πολλές φορές 
οι γονείς είναι φτιαγμένοι από αναμνήσεις.

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Denis Johnson - Οι λευκές φωτιές της Αφροδίτης

Θρηνούμε αυτόν τον ανούσιο πλανήτη των τύψεων,
ξηρασίες, σκουριά, βροχή και πτώματα
που δεν μπορούν να μας μιλήσουν, όμως στο υπόσχομαι
μια μέρα οι λευκές φωτιές της Αφροδίτης θα ανάψουν λαμπρές: οι νεκροί
θα νιώσουν την πυρωμένη δύναμη και θα σηκωθούν, κι ο καθένας από εμάς
θα ακούσει τον αναστημένο του να λέει,
"Γεια χαρά· θα αναρρώσεις
ή θα πεθάνεις. Το απλούστερο των γιατρικών 
είναι ο αφανισμός 
όλων των στηθοσκοπίων που περιστασιακά 
εκπέμπουν σιωπή. Το φάρμακο για τη μοναξιά
βρίσκεται στην αποδοχή της,
ακριβώς όπως αποδέχεται κανείς
τη λόγχη: αξιοπρεπώς, 
τώρα που έχει ήδη διαπεράσει την καρδιά του.
Ζων· βαδίζεις ανάμεσα σε τόσους 
χορευτές που δεν ξέρεις τίνος 
είσαι η σκιά,
θες να φιλήσεις το πρόσωπό σου στον καθρέφτη
αλλά δεν πλησιάζεις, 
καθώς γνωρίζεις ότι δεν πρέπει κατ' αυτόν τον τρόπο 
να αγγίζεις. Ζων·
όσο η Αφροδίτη τρεμοφέγγει
βάλε φωτιά στα δημητριακά του πρωινού σου,
το ψυγείο κρύβει πράγματα
που ζουν μέσα στον αμετάβλητο θάνατο."

Ξέρουν τα πάντα για εμάς στην Ανδρομέδα,
κοιτάζουν και μας βλέπουν
σ’ αυτό τον κόσμο που έχει φωταγωγηθεί με φαντεζί 
παστέλ χρώματα, σαν σταθμός λεωφορείων,
είναι μαζί μας όταν οι δρόμοι καταρρέουν κάτω από το βάρος
τόσων και τόσων καθαριστηρίων, όταν ο καθένας μας
κλείνεται μέσα στο μικρό του
Σαν Φρανσίσκο δίχως τρόπο διαφυγής.
Σε βλέπουν· το πρόσωπό σου υφασμένο με δακτυλικά αποτυπώματα
ενώ ακολουθείς τις οδηγίες φορώντας γάντια,
ενώ προσπαθείς να αγγίξεις τα πράγματα γύρω σου, και ξέρουν
ότι βρίσκεσαι σε απόγνωση, ξέρουν ότι προσπαθείς να αγγίξεις τις κουρτίνες,
ότι προσπαθείς να αποτυπώσεις την αντανάκλασή σου στην ταινία του συστήματος συναγερμού
πίσω από το παράθυρο αυτής ή της άλλης ζοφερής 
επιχείρησης που έχει κατεβάσει ρολά.
Οι Ανδρομέδιοι ακούν τη φωνή σου σαν τη μακρινή μουσική κάποιου λούνα παρκ
τη στιγμή που συναντά τις σειρήνες των ασθενοφόρων
και καταλαβαίνουν τα πάντα. Είναι με το μέρος σου.
Ξέρουν ακριβώς τι εννοείς. Σε συγχωρούν.

Θα 'θελα να απευθυνθώ σε αυτούς που αγαπάει η καρδιά μου,
σ’ αυτούς που είναι σαν διαμάντια για τους Ανδρομέδιους,
καθώς λαμπυρίζουν για χατίρι τους, όμορφοι και άχρηστοι, όπως και τα διαμάντια,
συγκεκριμένα, θα 'θελα να απευθυνθώ σ' αυτούς 
που κάθονται και γευματίζουν δίπλα σε σιντριβάνια αναψυκτικών
με την έκφραση του προσώπου τους μαγκωμένη ανάμεσα σε ναρκωτικά
και γυαλιά ηλίου· κοιτάζουν ώρα σκυμμένοι
στον καφέ τους, σαν να 'χουν βγει σε κάποιο κατεστραμμένο μπαλκόνι.
Οι Ανδρομέδιοι δεν ξέρουν τι να κάνουν
με τους εαυτούς τους οπότε κάθονται εκεί
μέχρι να πάνε σπίτι, μέχρι να ξαπλώσουν
μέχρι να σηκωθούν, κι εσύ, έτη φωτός μακριά, ξέρεις
ότι αν ο ύπνος είναι θάνατος, τότε το να ξυπνάς
είναι σα να γεννιέσαι, κι ότι μια ζωή 
κρύβει πολλές ζωές. Τους αγαπώ επειδή ξέρουν πως να
ανακατεύουν τα ρέστα 
στις τσέπες τους με τρόπο μουσικό, και οι εποχές δεν φιλούν 
ποτέ τα πρόσωπά τους παρόλο
που οι ίδιοι φέρονται πάντα ευγενικά στα πρόσωπα που παίρνει 
η εικασία, στους υποθετικούς δρόμους, 
στα ξενοδοχεία, στην πιθανότητα της βροχής στους δρόμους.
Άκουσέ με, κάνει κρύο μέσα στο σώμα που δεν είναι το σώμα, 
αισθάνεσαι μόνος πίσω από το πρόσωπο
που δίχως αμφιβολία δεν είναι το πρόσωπο
αυτού που θα 'πρεπε να έχεις γίνει.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Jonathan Safran Foer - Εδώ είμαι

Τον καιρό που ξεκίνησε η καταστροφή του Ισραήλ, ο Ισαάκ Μπλοκ σκεφτόταν αν έπρεπε να αυτοκτονήσει ή να μετακομίσει στον Εβραϊκό Οίκο. Είχε ζήσει σε ένα διαμέρισμα με βιβλία που έφταναν ως το ταβάνι, και χαλιά τόσο παχιά που στο πέλος τους μπορούσες να κρύψεις ζάρια, κι έπειτα σε ένα χώρο που αντιστοιχούσε σε ένα δωμάτιο και μισό, με πάτωμα από χώμα· είχε ζήσει στο δάσος και είχε κοιμηθεί κάτω από άστρα αδιάφορα για τη μοίρα του· είχε κρυφτεί κάτω από τις σανίδες του πατώματος στο σπίτι ενός Χριστιανού, ο οποίος, εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, θα φύτευε ένα δέντρο στην άλλη άκρη του κόσμου προς τιμήν την ηθικής του ανωτερότητας· είχε μείνει κουλουριασμένος σε μια τρύπα για τόσες πολλές μέρες που δεν κατάφερε ξανά να ισιώσει εντελώς τα γόνατά του· είχε ζήσει ανάμεσα σε τσιγγάνους, παρτιζάνους και σχεδόν αξιοπρεπείς Πολωνούς, σε στρατόπεδα διερχομένων, προσφύγων και εξόριστων, καθώς και σε ένα καράβι με ένα μπουκάλι, μέσα στο οποίο ένας αγνωστικιστής που υπέφερε από αϋπνίες είχε ως εκ θαύματος καταφέρει να κατασκευάσει ένα άλλο, δεύτερο καράβι· είχε ζήσει στην άλλη πλευρά ενός ωκεανού τον οποίο δεν θα διέσχιζε ποτέ ολόκληρο, καθώς και σε περισσότερα από μισή ντουζίνα διαμερίσματα που βρίσκονταν πάνω από μπακάλικα, τα οποία σκοτωνόταν στη δουλειά να τα ανακαινίσει και στη συνέχεια να τα πουλήσει, αποκομίζοντας ένα μικρό κέρδος· είχε ζήσει μαζί με μια γυναίκα που έλεγχε ξανά και ξανά τις κλειδαριές ώσπου στο τέλος τις κατέστρεφε, η οποία πέθανε στην προχωρημένη ηλικία των σαράντα δύο ετών χωρίς να έχει καταφέρει να βγάλει ούτε μια καλή κουβέντα από το στόμα της, αλλά με τα κύτταρα της δολοφονημένης μητέρας της να διαιρούνται ακατάπαυστα στον εγκέφαλό της· και τέλος, για ένα τέταρτο του αιώνα, είχε ζήσει στο Σίλβερ Σπρινγκ, σε ένα σπίτι με ημιόροφο, ήσυχο σαν το εσωτερικό μιας γυάλινης χιονόμπαλας: στο τραπεζάκι του σαλονιού ο ήλιος ξεθώριαζε ένα πεντάκιλο λεύκωμα με τις φωτογραφίες του Ρόμαν Βίσνιακ· η βιντεοκασέτα Εχθροί, μια ερωτική ιστορία απομαγνητιζόταν στο τελευταίο εν λειτουργία βίντεο του κόσμου· σε ένα ψυγείο μουμιοποιημένο από τις φωτογραφίες υπέροχων δισέγγονων -πανέξυπνων και δίχως υποψία καρκινικών όγκων- μια αυγοσαλάτα μετατρεπόταν σε φορέα της γρίπης των πτηνών.

Γερμανοί φυτοκόμοι είχαν κλαδέψει το οικογενειακό δέντρο του Ισαάκ μέχρι τη ρίζα του στο έδαφος της Γαλικίας. Αυτός όμως, ακολουθώντας την τύχη του και το ένστικτό του, και χωρίς καμία βοήθεια από τα ουράνια, είχε καταφέρει να μεταφυτέψει τις ρίζες του στα πεζοδρόμια της Ουάσινγκτον, και είχε ζήσει ώστε να τις δει να ξαναβγάζουν κλωνάρια. Και εκτός κι αν η Αμερική στρεφόταν εναντίον των Εβραίων - ώσπου, διόρθωνε ο γιος του, ο Ιρβ - το δέντρο θα συνέχιζε να διακλαδίζεται και να βλασταίνει. Φυσικά, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο ο Ισαάκ θα είχε ήδη προλάβει να χωθεί σε κάποια τρύπα. Δεν θα κατάφερνε ποτέ να τεντώσει εντελώς τα γόνατά του, αλλά κουβαλώντας πλέον έναν απροσδιόριστο αριθμό χρόνων στην πλάτη του, και δίχως να ξέρει τι άλλους εξευτελισμούς του επιφύλασσε το προσεχές μέλλον, είχε έρθει η στιγμή να ξεσφίξει τις εβραϊκές γροθιές του και να παραδεχτεί την αρχή του τέλους. Κατάθλιψη είναι η διαφορά ανάμεσα στην παραδοχή των γεγονότων και στην αποδοχή τους.

Jonathan Safran Foer - Όλα στο φως

Σ’ ευχαριστώ, του είπε, και τον φίλησε στο μέτωπο, στο μόνο μέρος που είχε φιλήσει και φιληθεί, και που αν δεν είχε διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία, ακόμη θα νόμιζε ότι οι άνθρωποι δε φιλούν πουθενά αλλού.

Είχε αναγκαστεί και είχε επιστρέψει στα κρυφά τόσα και τόσα από τα πράγματα που της είχε αγοράσει ο Γιάνκελ. Ο ίδιος πάντως δεν το είχε προσέξει γιατί δε θυμόταν την αγορά τους. Της Μπροντ ήταν η ιδέα να ανοίξουν τη βιβλιοθήκη τους στο κοινό και να χρεώνουν ένα μικρό αντίτιμο για τον δανεισμό των βιβλίων. Μ’ αυτά τα λεφτά κατάφεραν να επιβιώσουν. Μ’ αυτά και με όσα κατάφερε να εξασφαλίσει από τους άντρες που την αγαπούσαν.

Ο Γιάνκελ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην αισθάνεται η Μπροντ ξένη, και για να μη σκέφτεται τα χρόνια που τους χώριζαν και το διαφορετικό τους φύλο. Όταν κατουρούσε άφηνε την πόρτα ανοιχτή (πάντα καθόταν στην τουαλέτα, πάντα σκουπιζόταν μετά) και μερικές φορές έριχνε νερό στο παντελόνι του κι έλεγε, κοίτα, το 'παθα κι εγώ, χωρίς να υποψιάζεται ότι και η ίδια έβρεχε το παντελόνι της για να τον παρηγορήσει. Όταν η Μπροντ έπεσε από την κούνια στο πάρκο o Γιάνκελ έξυσε τα γόνατά του πάνω στο γυαλόχαρτο της μπανιέρας και της είπε, έπεσα κι εγώ. Όταν το στήθος της άρχισε να μεγαλώνει, ο Γιάνκελ σήκωσε τη μπλούζα του και της έδειξε το το δικό του στήθος, πεσμένο από το γήρας, και της είπε, συνέβη και σε 'μένα.

Αυτός ήταν ο κόσμος μέσα στον οποίο η Μπροντ μεγάλωνε κι ο Γιάνκελ γερνούσε. Εκεί, στο Τράχιμπροντ είχαν φτιάξει ένα καταφύγιο, έναν χώρο τελείως διαφορετικό από τον υπόλοιπο κόσμο. Ποτέ δεν ειπώθηκαν λόγια μίσους· εκεί, τα πάντα έβρισκαν την κατάφασή τους. Αλλά πέρα από αυτό, ποτέ δεν ειπώθηκαν λόγια που να μην τα έχει υπογραμμίσει η αγάπη· εκεί, τα πάντα έστεκαν ως απόδειξη ότι η ζωή μπορεί να είναι έτσι κι ότι δε χρειάζεται να είναι αλλιώς. Αν δεν υπάρχει αγάπη στον κόσμο, τότε θα φτιάξουμε έναν καινούργιο κόσμο και θα τον χτίσουμε με βαριά τείχη, θα τα ντύσουμε με απαλό κόκκινο ύφασμα, από μέσα προς τα έξω, και θα βάλουμε ένα ρόπτρο που ο χτύπος του θα αντηχεί όπως το διαμάντι που πέφτει στην τσόχα του κοσμηματοποιού ώστε να μην το ακούσουμε ποτέ. Αγάπησέ με, γιατί η αγάπη δεν υπάρχει κι εγώ έχω δοκιμάσει όλα όσα υπάρχουν.