Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Mary Karr - Το σημείωμα ενός αυτόχειρα: επετειακό

Ελπίζω ο Ιησούς να σε πήρε ψηλά μαζί του
Παρόλο που 'χουν περάσει τόσες δεκαετίες, παρόλο που είχαμε απομακρυνθεί τόσο πολύ,
Με την αγάπη, στο ενδιάμεσο, να γίνεται μίσος, και μ' όλα αυτά τα θλιμμένα γράμματα
Και τηλεφωνήματα, και με το πρόσωπό σου να εξαφανίζεται μέσα σε μια θηλιά, που 
Σήμερα
Δε θα μπορούσα να ονομάσω
Τους Θεούς στους οποίους προσευχόσουν στο τέλος, αν προσευχόσουν, μιας και για τους ευλαβικώς μίζερους
Οι δοξολογίες είναι υπεράνω των δυνάμεών τους. Και να πάει να γαμηθεί η εκκλησία μου
Που θέλει να ψήσει φουκαράδες σαν κι εσένα στην Κόλαση, κακομοίρηδες που δε μπορούν να αντέξουν τις μάσκες
Των ίδιων τους των προσώπων. Με τις λέξεις προσπάθησες να διαμορφώσεις
Έναν κόσμο διαφορετικό απ' αυτόν που τόλμησε 
Να χαραχτεί τόσο αμείλικτα πάνω στα μάτια σου, γιατί 
Δε μπορούσες, ποτέ δε μπόρεσες
Να αντικρούσεις την πραγματικότητα, να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν είσαι σκέτο βάρος, να κερδίσεις
Το χώρο που ήταν δικαιωματικά δικός σου, δε μπόρεσες να πληρώσεις για τα δεμάτια οξυγόνου που
Κληρονόμησες. Πολλές φορές, είχες ζητήσει
Να φυσήξω μέσα στα πνευμόνια σου, σαν τη σοπράνο εκείνης της όπερας
Που αγαπούσα, ώστε το φάντασμά μου να σε στοιχειώσει και να απορροφήσεις την πίστη μου
Στην κατά τα άλλα-μονάχα-εικαζόμενη ψυχή σου. Αναρωτιέμαι αν όλοι όσοι 
Σ’ αγάπησαν νιώθουν ότι ευθύνονται για το θάνατό σου,
Λες και η συλλογική τεχνητή αναπνοή μας σταμάτησε
Νωρίτερα απ' ό,τι έπρεπε ή τα ηλεκτρόδια του απινιδωτή έχασαν το ηλεκτρικό τους φορτίο, και το πτώμα
Μας τιμώρησε αποφασίζοντας να μη σηκωθεί. Και να με συγχωρείς που πιστεύω
Ότι όλοι οι αυτόχειρες είναι μαλάκες. Πάλι καλά που δεν είμαι 
Θεός γιατί θα τιμωρούσα με τον πιο βάναυσο τρόπο αυτούς που τιμωρούν τους εαυτούς τους.
Ήθελα απλώς να σου πω χα-χα, παρότι
Κατέβαλες κάθε δυνατή προσπάθεια για το αντίθετο, παραμένεις ζωντανός για κάθε δυσβάστακτο δευτερόλεπτο 
Σε όσους σε είχαν εισπνεύσει βαθιά
Μέσα στα πνευμόνια τους, αυτά τα ρόδινα εμφυτευμένα φτερά, τα ροζ μπαλόνια.
Ξεφυσάμε, βγαίνεις στον αέρα και σε βλέπουμε να υψώνεσαι σαν τη βροχή.

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Kristin Hersh - Ποντικοκόριτσο

"Μη σταματάτε, πρέπει να κινείστε", λέει ένας μαθητής της 4ης τάξης, ο μεγαλύτερος και σοφότερος ανάμεσά μας. "Αν σταματήσετε, θα σας πάρει ο ύπνος και θα πεθάνετε".

Δυο νηπιάκια έχουν κατατρομοκρατηθεί. Αρχίζουν να χοροπηδούν πάνω κάτω.

Ένας μαθητής της 3ης ξεφυσάει. "Είσαι τρελός. Δε θα μας πάρει ο ύπνος· κάνει πάρα πολύ κρύο." Τα νηπιάκια χοροπηδούν όλο και πιο αργά· μετά σταματούν.

"Γι' αυτό ακριβώς θα σας πάρει ο ύπνος", λέει ο μαθητής της 4ης. "Και ύστερα θα πεθάνετε. Το 'χω δει σε μια ταινία."

…Απέναντι από το σχολείο, ένα κορίτσι ουρλιάζει. Κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον, προσπαθώντας να φανταστούμε διάφορα υπέροχα πράγματα που θα μπορούσαν να ευθύνονται για τις κραυγές, κι έπειτα τρέχουμε προς το μέρος απ' όπου έρχεται ο ήχος.

Είναι ένα πόδι. Συγκεκριμένα, ένα πόδι ζώου. Ένα μικρό μαύρο πόδι που ξεπροβάλλει μέσα από το χιόνι στη γωνιά της σχολικής αυλής. Όλα τα παιδιά που 'χουν γάτες αρχίζουν και κλαίνε.

Ο σοφός και μεγαλύτερος μαθητής της 4ης φτυαρίζει με τα χέρια το χιόνι γύρω από το πόδι, ξεθάβοντας μια ολόκληρη αλεπού. Είναι εκπληκτική, τέλεια, παγωμένη και άκαμπτη.

Όλοι κοιτάζουμε. Ο μαθητής της 4ης κάνει ένα βήμα πίσω, βάζει τα χέρια του στους γοφούς του και ξεφυσάει. "Δεν έπρεπε να σταματήσει να κινείται."

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Και διακόσια δύο

Για να γράψεις πρέπει να διαβάζεις, αλλά ακόμη πιο απαραίτητο είναι να μιλιέσαι με τον εαυτό σου.

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

J.G. Ballard - Πιστεύω

Πιστεύω ότι η δύναμη της φαντασίας μπορεί να ανακατασκευάσει τον κόσμο, να απελευθερώσει την αλήθεια μέσα μας, να εμποδίσει τη νύχτα, να υπερβεί τον θάνατο, να σαγηνεύσει αυτοκινητόδρομους, να κερδίσει για χάρη μας την εύνοια των πουλιών, να επιστρατεύσει τις εκμυστηρεύσεις των τρελών.

Πιστεύω στις εμμονές μου, στην ομορφιά του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, στη γαλήνη του βυθισμένου δάσους, στις συγκινήσεις της ερημικής καλοκαιρινής παραλίας, στην κομψότητα των νεκροταφείων αυτοκινήτων, στο μυστήριο των πολυώροφων πάρκινγκ, στην ποίηση των εγκαταλελειμμένων ξενοδοχείων. 

Πιστεύω στους ξεχασμένους αεροδιαδρόμους της νήσου Wake, οι οποίοι εκτείνονται προς τους Ειρηνικούς της φαντασίας μας. 

Πιστεύω στη μυστηριώδη ομορφιά της Μάργκαρετ Θάτσερ, στις αψίδες των ρουθουνιών της και στη στιλπνότητα του κάτω της χείλους, στη μελαγχολία των τραυματισμένων Αργεντίνων επίστρατων, στα στοιχειωμένα χαμόγελα του προσωπικού των πρατηρίων καυσίμων, στο όνειρό μου όπου ένας νεαρός Αργεντίνος στρατιώτης θωπεύει τη Μάργκαρετ Θάτσερ σε κάποιο ξεχασμένο μοτέλ, υπό το βλέμμα ενός υπαλλήλου βενζινάδικου που πάσχει από φυματίωση.

Πιστεύω στην ομορφιά όλων των γυναικών, στην προδοσία της φαντασίας τους -τόσο κοντά στην καρδιά μου- στη συνένωση των απογοητευμένων σωμάτων τους με τις μαγεμένες επιχρωμιωμένες μπάρες στα ταμεία των σούπερ μάρκετ, στη στοργική ανοχή τους απέναντι στις διαστροφές μου.

Πιστεύω στο θάνατο του αύριο, στο αποκάμωμα του χρόνου, στην αναζήτησή μας για έναν καινούριο χρόνο μέσα στo χαμόγελο μιας γκαρσόνας σε καφέ της εθνικής οδού και στα κουρασμένα μάτια των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας που εργάζονται σε εκτός-περιόδου-αιχμής αεροδρόμια. 
Πιστεύω στα γεννητικά όργανα σπουδαίων αντρών και γυναικών, στις στάσεις που παίρνει το σώμα του Ρόναλντ Ρήγκαν, της Μάργκαρετ Θάντσερ και της Πριγκίπισσας Νταϊάνα, στην ηδυοσμία που αναδύεται από τα χείλη τους καθώς κοιτάζουν μέσα στις κάμερες όλου του κόσμου.

Πιστεύω στην τρέλα, στην αλήθεια του ανεξήγητου, στην κοινή λογική της πέτρας, στην παραφροσύνη των λουλουδιών, στην αρρώστια που 'χουν φυλάξει για την ανθρωπότητα οι αστροναύτες του Απόλλο.

Πιστεύω στο τίποτα. 

Πιστεύω στους Μαξ Ερνστ, Ντελβώ, Νταλί, Τιτσιάνο, Γκόγια, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Βερμέερ, ντε Κίρικο, Μαγκρίτ, Ρεντόν, Ντύρερ, Τανγκύ, Φερντινάντ Σεβάλ, Μπαίκλιν, Φράνσις Μπέηκον, στους πύργους Βατ και σε όλους τους αφανείς καλλιτέχνες που είναι κλεισμένοι στα ψυχιατρικά ιδρύματα αυτού του πλανήτη.

Πιστεύω στην απιθανότητα της ύπαρξης, στο χιούμορ των βουνών, στο παράλογο του ηλεκτρομαγνητισμού, στη φάρσα της γεωμετρίας, στη βαναυσότητα της αριθμητικής, στη δολοφονική πρόθεση της λογικής.

Πιστεύω στις έφηβες, στο πώς τις διαφθείρει ο τρόπος που τοποθετούν τα ίδια τους τα πόδια, στην αγνότητα των ατημέλητων σωμάτων τους, στα ίχνη που έχουν αφήσει τα αιδοία τους στις τουαλέτες βρώμικων ξενοδοχείων. 

Πιστεύω στην πτήση, στην ομορφιά του φτερού, και στην ομορφιά κάθε πράγματος που είχε κάποτε πετάξει, στην πέτρα που εκτοξεύει ένα μικρό παιδί, το οποίο κουβαλάει τη σοφία των πολιτικών και των μαιών. 

Πιστεύω στην αβρότητα της χειρουργικής λεπίδας, στην απέραντη γεωμετρία της κινηματογραφικής οθόνης, στο σύμπαν που κρύβεται μέσα στα σουπερμάρκετ, στη μοναξιά του ήλιου, στη φλυαρία των πλανητών, στην επαναληπτικότητα των εαυτών μας, στην ανυπαρξία του σύμπαντος και στην ανία του ατόμου.

Πιστεύω στο φως που ρίχνουν οι βιντεοκάμερες πάνω στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων, στα μεσσιανικά οράματα των καλοριφέρ στις εκθέσεις αυτοκινήτων, στην κομψότητα των κηλίδων πετρελαίου πάνω στην επιφάνεια των ατρακτιδίων κινητήρων ενός σταθμευμένου 747.

Πιστεύω στην ανυπαρξία του παρελθόντος, στο θάνατο του μέλλοντος, και στις άπειρες πιθανότητες του παρόντος.

Πιστεύω στη διαταραχή των αισθήσεων: στους Ρεμπώ, Γουίλιαμ Μπάροουζ, Υσμάν, Ζενέ, Σελίν, Σουίφτ, Ντεφόε, Κάρολ, Κόλριτζ, Κάφκα.

Πιστεύω σ’ αυτούς που σχεδίασαν τις Πυραμίδες, το Empire State Building, το Fuehrerbunker στο Βερολίνο, τους αεροδιαδρόμους της νήσου Wake.

Πιστεύω στις σωματικές οσμές της πριγκίπισσας Νταϊάνα. 

Πιστεύω στα επόμενα πέντε λεπτά.

Πιστεύω στην ιστορία των ποδιών μου. 

Πιστεύω στις ημικρανίες, στην απογευματινή πλήξη, στο φόβο των ημερολογίων, στην προδοσία των ρολογιών. 

Πιστεύω στο άγχος, στην ψύχωση και στην απελπισία. 

Πιστεύω στις διαστροφές, στις ερωτοληψίες προς τα δέντρα, στις πριγκίπισσες, στους πρωθυπουργούς, στα ετοιμόρροπα βενζινάδικα (πιο όμορφα κι από το Ταζ Μαχάλ), στα σύννεφα και στα πουλιά.

Πιστεύω στον θάνατο των συναισθημάτων και στο θρίαμβο της φαντασίας.

Πιστεύω στο Τόκυο, στο Μπένιδόρμ, στο La Grande Motte, στη νήσο Wake, στο Eniwetok, στη Ντίλι Πλάζα.

Πιστεύω στον αλκοολισμό, στα αφροδίσια νοσήματα, στον πυρετό και στην εξάντληση. 

Πιστεύω στον πόνο. 

Πιστεύω στην απελπισία. 

Πιστεύω σε όλα τα παιδιά.

Πιστεύω σε χάρτες, διαγράμματα, κωδικούς, σε παρτίδες σκάκι, στα παζλ, στους πίνακες δρομολογίων των αεροπορικών γραμμών, στους φωτεινούς δείκτες πορείας των αεροδρομίων.

Πιστεύω όλες τις δικαιολογίες.

Πιστεύω όλες τις αιτίες.

Πιστεύω όλες τις παραισθήσεις.

Πιστεύω κάθε θυμό. 

Πιστεύω όλες τις μυθολογίες, τις αναμνήσεις, τα ψέματα, τις φαντασιώσεις, τις αποδράσεις.

Πιστεύω στο μυστήριο και στη μελαγχολία που κρύβει ένα χέρι, στην καλοσύνη των δέντρων, στη σοφία του φωτός.

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Trevanian - Σιμπούμι

"Σιμπούμι, κύριε;” Ο Νικολάι ήξερε τη λέξη, αλλά την είχε ακούσει να τη χρησιμοποιούν σε συζητήσεις που αφορούσαν κήπους ή αρχιτεκτονική, όταν ήθελαν να υπαινιχθούν ένα είδος ανεπιτήδευτης ομορφιάς. "Πώς ακριβώς το εννοείται;"

"Όχι με κάποια συγκεκριμένη έννοια. Και κατά πάσα πιθανότητα λανθασμένα -μια μάλλον άτσαλη προσπάθεια να περιγράψω το απερίγραπτο. Όπως θα ξέρεις, το σιμπούμι αφορά την ιδιαίτερη φινέτσα που κρύβεται κάτω από το κοινότοπο και το τετριμμένο. Είναι μια αλήθεια τόσο ισχυρή που δε χρειάζεται να διατυπωθεί με έντονο τρόπο, τόσο συγκινητική που δε χρειάζεται να είναι όμορφη, τόσο αληθινή που δε χρειάζεται να είναι πραγματική. Σιμπούμι σημαίνει να καταλαβαίνεις, όχι να γνωρίζεις. Είναι μια κατάσταση εύγλωττης σιωπής. Στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου μπορούμε να το διακρίνουμε ως μετριοφροσύνη δίχως το στοιχείο της σεμνοτυφίας. Στην τέχνη, όπου το πνεύμα του σιμπούμι παίρνει τη μορφή του σάμπι, σημαίνει κομψή απλότητα· κάτι που είναι διατυπωμένο σύντομα και με απόλυτη σαφήνεια. Στη φιλοσοφία, όπου το σιμπούμι εμφανίζεται ως γουάμπι, εκφράζει την πνευματική γαλήνη, η οποία, όμως, δεν είναι παθητική· σημαίνει να είσαι χωρίς το άγχος να γίνεις. Και στην προσωπικότητα ενός ανθρώπου, είναι… πώς να το πω; Κύρος χωρίς δεσποτικότητα; Κάτι τέτοιο."
Η φαντασία του Νικολάι είχε ηλεκτριστεί. Κανένα άλλο ιδανικό δεν τον είχε αγγίξει τόσο βαθιά. "Πώς καταφέρνει να φτάσει κανείς στο σιμπούμι, κύριε;"

"Δεν είναι κάτι που καταφέρνεις… είναι κάτι που ανακαλύπτεις. Ελάχιστοι άνθρωποι έχουν φτάσει στο σιμπούμι. Άνθρωποι τεράστιας ψυχικής καλλιέργειας, σαν τον φίλο μου τον Ότακε-σαν."
"Πράγμα που σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να μάθει πάρα πολλά μέχρι να φτάσει στο σιμπούμι;"
"Θα έλεγα καλύτερα ότι κάποιος πρέπει να περάσει μέσα από τη γνώση και να φτάσει στην απλότητα."
Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο πρωταρχικός στόχος στη ζωή του Νικολάι ήταν το σιμπούμι· ήθελε να γίνει ένας άνθρωπος συγκλονιστικής ηρεμίας. Ήταν μια κλίση που μπορούσε να ακολουθήσει, τη στιγμή που για λόγους ανατροφής, εκπαίδευσης και ιδιοσυγκρασίας, άλλες του ροπές ήταν απαγορευμένες. Στην πορεία για την επίτευξη του σιμπούμι μπορούσε να διαπρέψει αφανής, δίχως να τραβήξει την προσοχή και την εκδικητική μανία των τυραννικών μαζών.

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Κάτουλλος VII

Ρωτάς, Λεσβία μου, πόσα φιλιά σου
Φτάνουν και πόσα περισσεύουν.
Απαντώ: τόσα όσοι οι κόκκοι της Λιβυκής άμμου,
Που απλώνεται στην ξακουστή για το σίλφιον Κυρήνη
Ανάμεσα στο μαντείο του Φιλήδονου Διός
Και του αρχαίου Βάττου τον ιερό τάφο·
Ή όσα τα αστέρια που θωρούν τις μυστικές συνευρέσεις των ανθρώπων,
Όταν σιωπά η νύχτα.
Τόσα φτάνουν
Και τόσα περισσεύουν του Κάτουλλου του ξεμυαλισμένου,
Ώστε ούτε αδιάκριτος να μπορεί να τα μετρήσει
Ούτε κατσικοπόδαρος να τα γρουσουζέψει.

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Κάτουλλος V

Ας ζήσουμε, Λεσβία μου, κι ας αγαπηθούμε
Τα λόγια των γερόντων και οι μουρμούρες τους
Δεν αξίζουν τίποτα!
O ήλιος μπορεί να δύει και ν' ανατέλλει
Αλλά όταν σβήσει το σύντομο φως της ζωής μας
Εμείς θα κοιμηθούμε την ατέλειωτη νύχτα.
Δωσ' μου χίλια φιλιά, κι άλλα εκατό,
Χίλια ακόμη, κι ύστερα άλλα εκατό,
Κι άλλα χίλια, και χωρίς σταματημό,
Εκατό ακόμη.
Τότε, αφού θα 'χουμε φιληθεί χιλιάδες φορές, 
Ας αναποδογυρίσουμε τον άβακα,
Άνθρωπος φθονερός να μη μετρήσει
Τα φιλιά που ανταλλάξαμε.

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Και διακόσια ένα

Σεφερλύντς.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Trevanian - Σιμπούμι

Ο Νικολάι έζησε σχεδόν πέντε χρόνια στο σπίτι του Ότακε-σαν, σαν μαθητής του αλλά και σαν μέλος της οικογενείας. Ο Ότακε τoυ εβδόμου Dan ήταν ένας άνθρωπος με δύο αντιφατικές προσωπικότητες· όταν διαγωνιζόταν επιδείκνυε πανουργία και ψυχρή λογική, ενώ ήταν γνωστός για την αμείλικτη εκμετάλλευση των αδυναμιών που παρουσίαζαν οι αντίπαλοί του, και στο παιχνίδι τους αλλά και στις ψυχικές τους αντοχές. Όταν όμως βρισκόταν στο ευρύχωρο και μάλλον ακατάστατο σπίτι του, μαζί με την διευρυμένη οικογένειά του η οποία, εκτός της γυναίκας, του πατέρα και των τριών παιδιών, απαριθμούσε έξι μαθητευόμενους το λιγότερο, ο Ότακε-σαν ήταν στοργικός πατέρας, γενναιόδωρος, κι επίσης, διατεθειμένος να κάνει τον κλόουν για τη διασκέδαση των παιδιών και των μαθητών του. Τα λεφτά δεν ήταν κάτι που υπήρχε σε αφθονία, ωστόσο ζούσαν σε ένα μικρό χωριό στο βουνό όπου δεν παρουσιάζονταν πολλές αφορμές για να παρασυρθεί κανείς σε έξοδα. Όταν τα λεφτά ήταν λίγα, ζούσαν με λίγα· όταν είχαν περισσότερα, τα ξόδευαν δίχως έγνοια.

Κανένα από τα παιδιά του Ότακε-σαν δεν είχε κληρονομήσει κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα στην τέχνη του Gô. Κι από τους μαθητές του, μόνο ο Νικολάι βρισκόταν στο κέντρο αυτού του υπέρλαμπρου αστερισμού χαρισμάτων, απαραίτητων για να εξελιχθεί κανείς σε σπουδαίο παίκτη: ευχέρεια στη σύλληψη αφηρημένων σχηματικών παραστάσεων· αίσθηση της ποίησης των μαθηματικών, υπό το φως της οποίας το άπειρο χάος των πιθανοτήτων και των συνδυασμών αποκρυσταλλώνεται σε γεωμετρικούς ανθούς· συγκέντρωση των δυνάμεων πάνω στην πιο ανεπαίσθητη αδυναμία του αντιπάλου και εκμετάλλευσή της δίχως κανένα έλεος.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Και διακόσια

Το πρωί είναι σημάδι, το ίδιο και το βράδυ, κάποιος, όμως, βιάστηκε κι έχασε τ' αλφάδι, ξημέρωσε σκοτάδι.

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Καλούλι #1

Προσπαθήστε να ξυπνήσετε 
Τον ουσιαστικότερό σας φίλο 
Μ' όσο το δυνατόν 
Βαρύτερο Bιετνάμ διαθέτετε 
Εξωτερικεύστε το 
Καπνίζοντας μερικά πακέτα 
Και περιμένετε 
Ώσπου 
άτω απ' τις καθηλωμένες κουρτίνες 
Κι απ' τα λυγισμένα τζάμια 
Ονειρεύεσαι
Την ηρεμία των φωτισμένων ρετιρέ, 
Το πιπέρι, 
Ξύπνα! 
Τότε 
Πριν προλάβει να συμμεριστεί τον ξύπνιο 
Ρωτήστε επιτακτικά

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Vladimir Nabokov - Μίλησε, μνήμη

Κάθε φορά που βλέπω τους νεκρούς στα όνειρά μου, εμφανίζονται σιωπηλοί, κάτι να τους ενοχλεί, βυθισμένοι σε μια περίεργη θλίψη, εντελώς διαφορετικοί από τους χαρούμενους ανθρώπους που είχα αγαπήσει. Τους παρατηρώ, χωρίς καμία έκπληξη, μέσα σε χώρους που δεν είχαν ποτέ επισκεφθεί κατά τη διάρκεια της ζωής τους, στο σπίτι κάποιου φίλου μου, τον οποίο δεν είχαν ποτέ γνωρίσει. Κάθονται μακριά και κοιτούν συνοφρυωμένοι το πάτωμα, λες κι ο θάνατος είναι μαύρη μουντζούρα στα πρόσωπά τους, ένα ντροπιαστικό οικογενειακό μυστικό. Κι όμως, δεν είναι τότε, στα όνειρα, αλλά όταν είμαστε ξύπνιοι, σε στιγμές άγριας χαράς και ευόδωσης, στην υψηλότερη βαθμίδα της συνείδησης, που η θνητότητά μας έχει την ευκαιρία να δει πέρα από τα όριά της, σκαρφαλωμένη στο κατάρτι, ανεβασμένη στον πύργο του παρελθόντος. Και παρόλο που λίγα μπορούμε να διακρίνουμε μέσα από την ομίχλη, με κάποιο τρόπο νιώθουμε τη γαλήνια ευτυχία ότι κοιτάζουμε προς τη σωστή κατεύθυνση.

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Κι εκατόν ενενήντα εννιά

Σ' ένα κείμενo σχετικά με τους σκύλους και τη φιλία αυτών με τα αφεντικά τους, ο Κωστής Παπαγιώργης μεταφέρει τη ρήση ενός δικού του φίλου, γιατρού, έμπειρου -καθώς μας πληροφορεί- στα τετράποδα, σύμφωνα με την οποία ο σκύλος είναι άνθρωπος με τρίχωμα και τέσσερα πόδια, ενώ η γάτα είναι άφιλη, εγωπαθής, ένα κομμάτι κρέας. Πάνω σ' αυτό το τελευταίο δε θα μπορούσε να έχει περισσότερο λάθος· όποιος έχει ξυπνήσει κάτω από το διατρητικό βλέμμα γάτου ή γάτας ξέρει ότι μέχρι και η νέκυια των ονείρων του τελείται για τον εξευμενισμό ενός μαύρου, άσπρου, κεραμιδί -δεν έχει σημασία- πνεύματος. 

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Κι εκατόν ενενήντα οκτώ

Ένα πουλάκι κάθεται έξω από το παράθυρό της και τσιμπολογάει στον αέρα, κι έπειτα τεντώνει τα φτερά του και χτυπάει με το ράμφος του το τζάμι, κι αυτή αφήνει την κούπα της στο γραφείο, κλείνει την πόρτα του δωματίου και μισανοίγει το παράθυρο, τέλος πάντων, μην είσαι τόσο σκληρή, της λέει με ανθρώπινη φωνή, κι αυτή του απαντάει, εντάξει, έγινε, καλώς, και τώρα τι; τώρα θα μου δέσεις τα φτερά και θα με ρίξεις κάτω, της απαντάει, κι εκείνη ξυπνάει στις τέσσερις το πρωί, ξεπαγιασμένη, με το μαξιλάρι του καναπέ να έχει εντυπώσει το προσχέδιο μιας βιομηχανοποιημένης ιλαράς πάνω στο μάγουλό της, και είναι ερωτευμένη, δηλαδή σηκώνεται, κλείνει το παράθυρο και κάθεται να ψάξει εκτελέσεις του BWV999 με τα αποτελέσματα ταξινομημένα κατά ημερομηνία μεταφόρτωσης, γιατί πίστη στο μέλλον, πλέον, είναι πίστη στο -πρόσφατο- παρόν. 

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Κι εκατόν ενενήντα επτά

"Όποιος δεν είναι κακός δεν ζει γαλήνια ούτε ανεκτικά, αλλά έχει σκληρυνθεί κατά ένα ιδιάζοντα, ντροπαλό τρόπο. Από έλλειψη κατάλληλων αντικειμένων δύσκολα βρίσκει κατάλληλο τρόπο να εκφράσει την αγάπη του παρά μισώντας τους ανθρώπους που ακούνε ανώδυνες indie μαλακίες."

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Monica Maristain - Μπολάνιο

Εκτός των άλλων, ο Πίγκλια κι ο Μπολάνιο μίλησαν και για τη φιλία, την οποία ο Χιλιανός αντιπαρέβαλε με την αγάπη λέγοντας ότι για τους εραστές η αναξιοπρέπεια είναι αποδεκτή σε τέτοιο βαθμό που μεταξύ φίλων θα ήταν κάτι το αδιανόητο.

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Philip Larkin - Μνεία

Όμορφο ήταν αυτό, σ’ άκουσα να λες
Από το διάδρομο με τις απογοητευμένες φωνές
Προς το δωμάτιο όπου απογοητευμένος εγώ
Βαριεστημένα έπαιζα τον ένα δίσκο μετά τον άλλο
Νιώθοντας ότι χάνω το χρόνο μου στο σπίτι, ενώ εσύ
Με περίμενες πάντα με τόση προσμονή.
Ήταν του Oliver το Riverside Blues, και τώρα πια
Πιστεύω ότι θα θυμάμαι για πάντα το πώς μια σειρά
Μουσικών φθόγγων -ο αέρας του Σικάγο εκπνεόμενος
Από αρχαίων νέγρων τα χείλη προς τη μνήνη
Ενός τεράστιου προ-ηλεκτρικού χωνιού,
Μια χρονιά μετά τη γέννησή μου-
Κατάφερε, τρεις δεκαετίες αργότερα, να στήσει
Μια αναπάντεχη γέφυρα
Από την απογοήτευση της ηλικίας σου
Προς την απογοητευμένη μου νιότη.
Είμαστε φτιαγμένοι από χρόνο, παρότι
Δε μπορούμε να αντέξουμε τις εις βάθος χρόνου θεωρήσεις
Παρούσες κάθε στιγμή της ζωής σου αν θελήσεις (να τις δεις)
Μας συνδέουν με τις απώλειες μας ή ακόμη χειρότερα
Μας δείχνουν αυτό που έχουμε όπως ήταν παλιότερα
Εκτυφλωτικά απαράλλακτο, λες κι αν είχαμε κάνει κάτι
Διαφορετικά, θα 'χαμε τιθασεύσει του χρόνου το άτι
-όχι δα.

Philip Larkin - Αγάπη ξανά

Αγάπη ξανά: τραβώντας μαλακία στις τρεις και δέκα
(Να την έχει πάει ήδη σπίτι;)
Η κρεβατοκάμαρα ζεστή σαν φούρνος
Το ποτό ξεθυμασμένο, χωρίς να διαφαίνεται το πώς
Αντιμετωπίζεται το αύριο, το ύστερα,
Kαι ο συνήθης πόνος, σαν δυσεντερία

Κάποιος άλλος αγγίζει τα στήθη, το μουνί της,
Κάποιος άλλος έχει πνιγεί σ’ αυτό το βλέμμα
Που χάσκει ορθάνοιχτο κάτω από τις βλεφαρίδες, 
Κι εγώ υποτίθεται πως δεν ξέρω τίποτα
Η ότι το βρίσκω αστείο ή ότι αδιαφορώ,
Ακόμη κι αν… αλλά γιατί να το εξηγήσω;
Προτιμότερο να απομονώσω αυτό το στοιχείο

Που απλώνεται στις ζωές των άλλων, σαν δέντρο
Και, κατά κάποιον τρόπο, τις λικνίζει
Και να πω γιατί δε μπόρεσε ποτέ 
Να λειτουργήσει με 'μένα.
Κάτι που έχει να κάνει με τη βία
Του παρελθόντος, με λάθος επιβραβεύσεις
Και την υπεροψία της αιωνιότητας.

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Κι εκατόν ενενήντα έξι

When you go on looking into little inevitabilities their mother starts looking back at you.

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Κι εκατόν ενενήντα πέντε

Ο λαιμός της Judy Davis στο Naked Lunch.