Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Κι εκατόν ογδόντα οκτώ

Ο καινούριος κατάλογος των IKEA τιτλοφορείται "Λίγο σπίτι ακόμα". Βάσει μιας κλιμακούμενης αρχής μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπάρχουν και πλήρη σπιτιού σπίτια, σπίτια που 'χουν γκώσει από σπίτι, σπίτια των οποίων οι τζαμαρίες, τα παράθυρα και οι ψευδοροφές θα δοκιμαστούν και δε θ' αντέξουν.

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Κι εκατόν ογδόντα επτά

Νόμιζε ότι δεν ήταν πια βλάκας, βλάκας, βλάκας, κι ότι οι φιλοδοξίες του εκτείνονταν πέρα από την επέκταση της αναπνοής του, πέρα κι από το απαλό ροζ της οποιασδήποτε πρόθυμης κλειτορίδας· δε ζούσε πια με τον πατέρα του και την αδερφή του, οι φίλοι του δεν τον φώναζαν Γιούρι, είχε σταματήσει να κολλάει τσίχλες στο βραχίονα των γυαλιών του, οι κινήσεις του δεν ήταν πια νευρικές, έτσι νόμιζε· τα βράδια δεν ονειρευόταν κήπους γεμάτους με προϊστορικά έντομα, αλλά άδειες πλατείες, σημάδι επάρκειας, αυτάρκειας και επιτυχίας· είχε προσπεράσει τον παλιό του εαυτό, μπορούσε πλέον να φοράει την απόσταση υφασμένη σε ρούχα αποδυναμωμένης νοσταλγίας, να εναλλάσσει την τρέχουσα θέση με ολιγόλεπτες εξορμήσεις στον τραγέλαφο του παρελθόντος, νόμιζε, στο βαθύ, ανομολόγητο κιτς του εφηβικού οικοσυστήματος· μπορούσε το ένα μικρό ξάφνιασμα, τη μια ελάχιστη απορία μπροστά στις υποφωτισμένες πτυχώσεις της τότε του ζωής, ιδωμένης μέσα από γωνίες που ξεφύτρωναν σαν έρπης κι έπειτα υποχωρούσαν μέσα στις κιτρινοπράσινες ανταύγειες των εκχυμώσεών τους. Νόμιζε, αλλά νόμιζε λάθος· η μνήμη μπορεί και αναπροσαρμόζει κάθε παρόν σε βαθμίδες προσεχούς παρελθόντος, ατσαλωμένου με ντροπιαστικές λεπτομέρειες επί ντοπιαστικών λεπτομερειών.

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Philip Larkin - Εωθινό

Δουλεύω όλη μέρα και μισομεθάω τη νύχτα. 
Ξυπνώ στις τέσσερις το πρωί, μέσα στο άηχο σκοτάδι, και κοιτάζω.
Σε λίγο το φως θα αρχίσει να βλασταίνει στις άκρες των κουρτινών.
Mέχρι να 'ρθει εκείνη η στιγμή, τα μάτια μου βλέπουν αυτό που κρύβεται πάντα εκεί, 
Τον ακάματο θάνατο να έχει πλησιάσει μια ολόκληρη μέρα
Εξουδετερώνοντας κάθε σκέψη πέρα από το πώς, το πότε και το πού θα τον συναντήσω. 
Άσκοπες ερωτήσεις. Ωστόσο, ο τρόμος του θανάτου, του να είσαι νεκρός, 
Αναφαίνεται μέσα στη φρίκη και σε καθηλώνει.

Εκεί αδειάζει ο νους. Όχι από τις τύψεις  -το καλό που δεν έγινε, η αγάπη που δε δόθηκε, ο χρόνος 
Που πετάχτηκε αχρησιμοποίητος στα σκουπίδια- 
Ούτε επειδή η μία και μοναδική ζωή που έχουμε
Χρειάζεται τόσο πολύ χρόνο για να αναρριχηθεί, 
Πάνω από τις λάθος εκκινήσεις και τα στραβά ανοίγματα, και πολλές φορές δεν τα καταφέρνει,
Αλλά αντιμέτωπος με το απόλυτο, αιώνιο κενό, 
Και με τον αναπόφευκτο -εις τους αιώνες των αιώνων- αφανισμό 
Προς τον οποίο οδεύουμε. Να μην είσαι εδώ, 
Να μην είσαι πουθενά, σύντομα· τίποτα πιο τρομακτικό, τίποτα πιο αληθινό.

Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο φόβο, κανένα τέχνασμα δε μπορεί να τον απωθήσει. 
Η θρησκεία -αυτό το απέραντο, σκοροφαγωμένο μπροκάρ των μουσικών αποχρώσεων
Υφασμένο ώστε να πειστούμε ότι πιστεύουμε στην αιωνιότητα της ψυχής- 
Προσπαθούσε κάποτε να τον παρηγορήσει. 
Το ίδιο και διάφορες ευλογοφανείς απάτες, διατυπωμένες ως 
Κανένα λογικό ον δε γίνεται να φοβάται κάτι που δε θα μπορεί να νιώσει,
Προσπερνώντας ότι αυτό ακριβώς είναι που φοβόμαστε, 
Ότι δε θα μπορούμε να δούμε, να ακούσουμε, να αγγίξουμε, να γευτούμε, να μυρίσουμε, 
Ότι δε θα μας έχει μείνει τίποτα με το οποίο να μπορούμε να σκεφτούμε, να αγαπήσουμε ή να έρθουμε κοντά ο ένας στον άλλο· 
Από αυτό το αναισθητικό δεν ξυπνάει κανείς. 
Λοιπόν, στην άκρη της όρασης μας επιμένει 
Ενα μικρό θολό σημάδι, ενας διαρκής ρίγος, 
Ο οποίος ακινητοποιεί την κάθε παρόρμηση στην αναποφασιστικότητα. 
Πολλά είναι αυτά που μπορεί να μη συμβούν ποτέ, αυτό όμως σίγουρα θα συμβεί, 
Κι αυτή η διαπίστωση, αν τύχει και μας βρει δίχως ανθρώπους δίπλα μας ή με το ποτήρι άδειο, 
Αρπάζει σαν πυρκαγιά. Το κουράγιο δεν ωφελεί· 
Η σημασία του; Να μην τρομάζεις τους άλλους. 
Η γενναιότητα ποτέ δε γλίτωσε κανέναν από τον τάφο. 
Eίτε με κλαψούρισματα τον υποδεχτείς είτε με σθένος, ο θάνατος είναι ίδιος.

Σιγά, αργά, το φως δυναμώνει, το δωμάτιο παίρνει σχήμα· 
Φανερώνεται απλό, σαν μια ντουλάπα, κι αυτό που γνωρίζουμε, 
Το γνωρίζαμε από πάντα. 
Δεν υπάρχει διαφυγή. Κι όμως, και πάλι, δε μπορούμε να το δεχτούμε. 
Κάποιος θα πρέπει να φύγει. 
Εντωμεταξύ, τα τηλέφωνα κουλουριάζονται μέσα σε κλειδωμένα γραφεία, 
Προετοιμάζοντας τον ήχο του κουδουνίσματός τους, κι ολόκληρος ο κόσμος, 
Ο αδιάφορος κόσμος, ο πολύπλοκος, ο δανεικός, αρχίζει και ξυπνάει. 
Ο ουρανός έχει πάρει το λευκό χρώμα του αργίλου, ο ήλιος άφαντος. 
Η δουλειά περιμένει. 
Οι ταχυδρόμοι πάνε από σπίτι σε σπίτι 
Σαν γιατροί.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Χίλιες και μια νύχτες - Ο σύζυγος κι ο παπαγάλος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας, ας τον πούμε Ραμάν, ο οποίος είχε μια γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς, ας την πούμε Χιριχίτ. Τόσο παθιασμένα την αγαπούσε τη Χιριχίτ που αν δεν συνέτρεχε λόγος σοβαρός, σοβαρότατος, δεν το κουνούσε ρούπι από κοντά της. Mια μέρα, όμως, του 'τυχε δουλειά σημαντική, σημαντικότατη, και σκεπτόμενος τις οριακές, αλλά παρ' όλα αυτά υφιστάμενες μεταβολές στο οικογενειακό εισόδημα, αναγκάστηκε να φύγει για τη Νιασμί, πόλη ξακουστή για το υπαίθριο παζάρι της και συγκεκριμένα για το εμπόριο πτηνών κάθε μεγέθους: από κουτσινούλικες όρνιθες και μινιόν παγώνια μέχρι μπαμπάτσικους ερωδιούς και γιγάντια Ροκ. "Ωραία η πόλη σας, ωραίο και το κελάηδημά της", είπε ο Ραμάν στους ανθρώπους που συνάντησε, "αλλά με το που πέρασα τα τείχη κόντεψα να βγάλω τ' άντερά μου απ' την αποφορά. Πώς αντέχετε;" Συγκεκριμένη απάντηση δεν πήρε, αλλά τις δουλειές του τις επισφράγισε με την αγορά ενός παπαγάλου, ο οποίος, εκτός ότι τα 'λεγε γουστόζικα, είχε και το χάρισμα να διηγείται όλα όσα έβλεπε, με το νι και με το σίγμα. Το λοιπόν, ο Ραμάν τον έφερε σπίτι, κι αφού τον έδειξε στη Χιχιρίτ, της ζήτησε να τον βάλει στο δωμάτιό της και να τον φροντίσει, γιατί αυτός είχε κάτι έκτακτο κι έπρεπε να ξαναφύγει. 

Την επόμενη μέρα, όταν ο Ραμάν επέστρεψε από το παραδιπλανό τετράγωνο, ρώτησε τον παπαγάλο τι είχε συμβεί κατά την απουσία του, και τότε πληροφορήθηκε ένα δυο πραγματάκια που τον έκαναν να πιάσει τη Χιριχίτ και να την αρχίσει στο κατσάδιασμα. Στεναχώρια, αμηχανία, καινούρια αρχή για το καλό των παιδιών, αλλά αυτό που έκαιγε περισσότερο τη Χιχιρίτ ήταν που δε μπορούσε να καταλάβει ποιος την είχε μαρτυρήσει. Εξετάζοντας διάφορες εκδοχές, κατέληξε ότι κάποιος από τους σκλάβους της είχε πολύ μεγάλο στόμα κι έπρεπε να τιμωρηθεί. Τους μάζεψε λοιπόν στην κουζίνα και άρχισε τις ερωτήσεις, κραδαίνοντας απειλητικά μια ξύλινη κουτάλα. Όπως ήταν αναμενόμενο κανείς δεν είχε δει τίποτα, κανείς δεν είχε πει τίποτα, όλοι αθώοι. Έξαλλη η Χιριχίτ, αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει τις απειλές της πράξη, αλλά εκείνη τη στιγμή της ήρθε η αναλαμπή: τη ζημιά της την είχε κάνει ο παπαγάλος. Κατέβασε την κουτάλα στο καζάνι, δοκίμασε τις φακές, κάηκε, και χτυπώντας τις πατούσες της στο χώμα, ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση.

Περίμενε και περίμενε η σκορδόπιστη, κι όταν ο Ραμάν αναγκάστηκε να ξαναφύγει, τον ξεπροβόδισε, δήθεν μουτρωμένη που την άφηνε, του ευχήθηκε καλό ταξίδι, καλή αντάμωση, ο Αλλάχ μαζί σου, και με το που έκλεισε την εξώπορτα διέταξε τους σκλάβους να κατέβουν στην κουζίνα. Αφού τους έβαλε σε παράταξη, έκανε να πιάσει την κουτάλα, αλλά στη συνέχεια τους καθησύχασε και τους ανακοίνωσε πως ένας τυχερός θα περνούσε το βράδυ του κάτω από το κλουβί του παπαγάλου, γυρίζοντας έναν διόλου αθόρυβο χειρόμυλο, ένας άλλος θα έριχνε νερό πάνω από το κλουβί, κι ένας τρίτος θα 'φερνε βόλτες κρατώντας ένα κερί κι έναν καθρέφτη. Οι σκλάβοι, σιωπηλά αναρωτώμενοι τι άλλο τους επιφύλασσε αυτή ζωή, έκατσαν όλη τη νύχτα με τον παπαγάλο κι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, επικεντρώνοντας όλη τους την προσοχή στην διεκπεραίωση των ζητηθέντων, ώστε να μη διασταυρώνονται οι ματιές τους.

Την μεθεπόμενη, όταν ο Ραμάν επέστρεψε στο σπίτι, πήγε βολίδα στον παπαγάλο και τον ρώτησε τι είχε δει. "Καλέ μου αφέντη", είπε το πουλί, "οι κεραυνοί, οι αστραπές και η βροχή με αναστάτωσαν τόσο που δεν έχω λόγια να στο περιγράψω". Ο καλός του αφέντης, όμως, ήξερε μετά βεβαιότητος ότι ο ουρανός είχε παραμείνει καθαρός. Συμπεραίνοντας, λοιπόν, ότι ο παπαγάλος ήταν αρχιψεύταρος, άστραψε και βρόντηξε ο ίδιος· άνοιξε το κλουβί, τον έπιασε από το λαιμό και τον πέταξε με τόση δύναμη στο πάτωμα, που το δύσμοιρο πτηνό μας άφησε χρόνους. Φυσικά, η ζωή είναι αυτή που είναι και κάποια στιγμή ο Ραμάν έμαθε την αλήθεια, αλλά τι τα θες. Η μαλακία είναι να μη γίνει.

Κι εκατόν ογδόντα έξι

Υποθέτω ότι το να είσαι ερωτευμένος συνίσταται στο να βλέπεις τον εαυτό σου μέσα από την λυτρωτική αντιστροφή εκείνης της ιστορίας όπου ο Τζέημς Άμποτ Μακ Νιλ Γουίστλερ ρωτά ένα χαμίνι πόσο χρονών είναι, κι όταν πληροφορείται ότι το αγόρι έχει κλείσει τα επτά, αναφωνεί, "ανοησίες, αποκλείεται να 'χει μαζέψει τόση βρώμα μέσα σε μόλις επτά χρόνια."

Κι εκατόν ογδόντα πέντε

Χόμπι μου το σαφάρι δήθεν αδιόρατων λεκτικών συμβιβασμών, τη στιγμή που χρησιμοποιούνται ως δίοδοι προς τις εξωτερικές στιβάδες της πραγματικότητας. Κατόπιν του εντοπισμού τους, ξύνω την επιφάνεια ώστε να αποκαλυφθεί το βάθος μιας πληγής, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και αναπόφευκτη.

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Κι εκατόν ογδόντα τέσσερα

Kολυμπούσε δίπλα από ένα κοπάδι διάφανων σαργών, ακολουθώντας τις γραμμές της αναχωρητικής τους συμμετρίας -ολοκληρούμενης πέρα από το άπειρο του ορίζοντα. Πάνω του, ο ουρανός είχε βαρύνει από τη συρροή γκρίζων συννέφων και η θάλασσα είχε πάρει το χρώμα προϊστορικού απογεύματος. Όταν άρχισε να βρέχει οι σαργοί αποσυντέθησαν σε τρίμματα ζελατινώδους σάρκας, σχηματίζοντας μια ιριδίζουσα κηλίδα. Βούτηξε μέσα της και αναδύθηκε ανάμεσα σε μικρότερες κι ακόμη μικρότερες κηλίδες, διασπώμενες σε μικρότερες κι ακόμη μικρότερες κηλίδες, ξεμακραίνουσες προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Χίλια χρόνια πριν, είχαν συναντηθεί στο παραληρηματικό όραμα ενός Μεσοποτάμιου μάγου, ο οποίος υπέφερε από αρτηριοσκλήρωση· οι σαργοί είχαν έρθει για να καθαρίσουν το αναπαριστάμενο ως σωρεία πεταλίδων χάος, κι αυτός για να επιβλέπει. Ξεβρασμένος σε μια άκρη του βράχου, σκούπιζε τη μύτη του και ξετύλιγε παπύρους με πράσινες ημισελήνους και επιγραφές σε μια γλώσσα που δε μπορούσε πια να καταλάβει. Κάθε τόσο ακουγόταν μια μακρόσυρτη κραυγή κι έπειτα μαύρες γραμμές άρχιζαν να σαρώνουν τα πόδια, την κοιλιά και το κεφάλι του. Θάλασσα, σαργοί και ουρανός έσβηναν στη διαδοχή τριών ήχων, τους οποίους επαναλάμβανε μέσα του ως μπιπ-χούιτ-ποπ, και για κάτι λιγότερο του ενός δευτερολέπτου βρισκόταν και πάλι στο ημίχρονο του Ελλάδα-Τσεχία, καθισμένος πίσω, στο βάθος, με το στόμα ανοιχτό και με το δάχτυλό στη μύτη. Τα ντουλάπια, οι καρέκλες και τα τραπέζια, ξεχαρβαλωμένα. Οι τοίχοι βαμμένοι με πράσινη λαδομπογιά και τα υδραυλικά, λες και τραβούσαν από βάλτο. Στην τηλεόραση, ένας εύσωμος τύπος με σκοροφαγωμένη κελεμπία και τουρμπάνι έμπλεο πράσινων ημισελήνων, τον κοιτούσε μέσα από ένα περιστρεφόμενο ζωδιακό κύκλο. Ο τρόμος του ήταν ακαριαίος, αλλά πριν προλάβει να διαβάσει τα τηλέφωνα της εκπομπής, τη χρέωση ανά λεπτό ή τον ΦΠΑ, πριν ακόμη προλάβει να εισπνεύσει την περιρρέουσα ιδρωτίλα του καφενείου, μπιτ-χούιτ-ποπ, και το σώμα του αναδυόταν στα νερά αυτού που πλέον αναγνώριζε ως παρόν, περιτριγυρισμένο από μικρές, ιριδίζουσες κηλίδες· ωστόσο, πριν το πουλί του προλάβει να μαζέψει από το κρύο, ένα κύμα τον ξέβραζε και πάλι βράχο, με τους παπύρους ανοιχτούς και τη μύτη του να τρέχει ακατάπαυστα.

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Πιο χαμηλά ή πιο ψηλά

Ο Σχαν Μιρίν, ο πρωτότοκος γιος του βεζύρη στο χαλιφάτο των Σβαρνιδών, γεννήθηκε στην πόλη της Δεμ και μεγάλωσε μέσα σε ένα τεράστιο παλάτι, το οποίο έμοιαζε με αυτό το είδος της αράχνης που οι νομάδες αποκαλούν Μαύρη Ψηφίδα του Διαλείποντος Παρόντος. Ο πατέρας του, ο Φατίχ Μιρίν, ήταν άνθρωπος σοφός κι αγαπητός -τόσο αγαπητός, που όταν οι βλάσφημοι της ψαραγοράς αναπολούσαν το βαθύ φεγγάρι της παλίρροιας ή τα μαλλιά της αγαπημένης τους, σήκωναν το φλασκί κι έπιναν στη μακροημέρευσή του. Ο Σχαν, ωστόσο, από σύνεση δεν τα πήγαινε εξαιρετικά. Πριν ακόμη χάσει το πρώτο νεογιλό του δόντι, είχε καταφέρει να κόψει τον δείκτη του αριστερού του χεριού παίζοντας με ένα μικρό γιαταγάνι κουζίνας -κατάλληλο για τον καθαρισμό και των πλέον δύστροπων χουρμάδων- ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε φύγει πρωί και είχε γυρίσει αργά το βράδυ, φέροντας ως παράσημο ένα μαυροκόκκινο κοράλλι ξεραμένου αίματος στο μέτωπό του. Παρ' όλ' αυτά, οι γονείς του δεν έδειχναν να ανησυχούν· είχαν κι άλλα παιδιά, οπότε ήξεραν ότι το μέλλον έρχεται πάντα μισοτελειωμένο, ενώ τους καθησύχαζε και ότι ο Σχαν ήταν φτυστός ο προπάππους του, ο οποίος, παρότι είχε ξεκινήσει τζώρας και τραμπούκος, στο τέλος πρόλαβε ν' αγιάσει· άγγελος Κυρίου είχε εμφανιστεί ως ακτινωτή μουτζούρα κάτω απ' τη γραφίδα του παραστέκοντός του καλλιγράφου, κι αφού αναδιπλώθηκε σε μελανό σφαιρίδιο, αιωρούμενο πάνω από το βιβλίο των τελευταίων ευχών, ξεδίπλωσε τα εξακόσια φτερά της πλάτης του και πήδηξε πάνω στο κρεβάτι του Σελίμ Μιρίν, ο οποίος ανελήφθη μέσα σε ένα σύννεφο από πούπουλα και παραδείσια γύρη. 

Ένα πρωί, ο μεγαλύτερος δισέγγονος του Σελίμ ξύπνησε εννιάχρονος και εορτάζων, κι αφού χασμουρήθηκε και ξύθηκε, ξανά και ξανά και ξανά, έκατσε σταυροπόδι και πήρε να τρίβει το σκουριασμένο λυχνάρι που έκρυβε κάτω από το μαξιλάρι. Βλέποντας ότι δεν  έβγαινε -κυριολεκτικά- τίποτα, το πέταξε στην άκρη και πήγε να αεριστεί πάνω από το κεφάλι του αδερφού του. Αφάνταστα ικανοποιημένος μ' αυτή την έκτακτη κατάθεση στο ταμείο της οικογενειακής ιεραρχίας, βγήκε στο μπαλκόνι κι άρχισε να τεντώνεται κάτω από τον λαμπερό ήλιο. Η μέρα προμηνυόταν υπέροχη. Ακουμπώντας τα χέρια πάνω στην κουπαστή του κιγκλιδώματος, έσκυψε να παρατηρήσει το διάβα μιας τρεκλίζουσας οδαλίσκης, φορτωμένης με υπερμέγεθες στήθος και πληθώρα αποξηραμένων σύκων σε δίσκο, αλλά όταν είδε την κοιλιά του ζωσμένη με κατακόκκινες φουσκάλες, μεγάλες σαν χάντρες κομπολογιού, σήκωσε το δάχτυλο στον ουρανό και λιποθύμησε. Μουνί του κάκτου, άουτς, παραμιλούσε μεταξύ των σπασμών που του 'χαν φορέσει το νευρικό σύστημα στο δέρμα, αλλά οι γιατροί δεν είχαν χάσει την ελπίδα τους· έκαναν αυτό που έπρεπε κι αυτοσχεδίαζαν λίγο περισσότερο από αυτό που μπορούσαν, κουράροντάς τον με μαντζούνια σκόρδου και τσουκνίδας, τη δοσολογία των οποίων ρύθμιζαν σύμφωνα με τις αθροισμένες μοίρες των γατίσιων ουρών που περιφέρονταν στο δωμάτιο. Η ανάρρωση κράτησε είκοσι μέρες και τριάντα και άλλες δέκα, μέχρι που ο μικρός Σχαν αποφάσισε ότι μπορούσε κι όρθιος να διαπρέψει στη γκρίνια· η έμφυτη δυσαρέσκειά του είχε αποκτήσει πια φιτίλι.

Στα δεκαεννιά, μια ερωτική απογοήτευση τον έκανε να ασχοληθεί με την ποίηση του μ φναι, αποστηθίζοντας και σχολιάζοντας το Ησυχία και Σκατά, ένα από τα πιο σπαραξικάρδια πονήματα του ανυπέρβλητου Νιαβέ Σουπούρ. Κουβάδες, λεμονόκουπες, καμιά επιτυχία, αλλά αυτές οι κάπως αποστερημένες ρίμες τον οδήγησαν στο πρώιμο έργο του ποιητή των ποιητών, και συγκεκριμένα στο Τραγούδι της Στενής Ώρας, ένα ξεχασμένο παντούμ, γραμμένο για στρυφνούς υπερήλικες και λοιπούς εχθρούς της ζωής. Η ως τότε απροσδιόριστη φιλοδοξία του νεαρού Σχαν βρήκε πάτημα σε μια έμπνευση της στιγμής, σύμφωνα με την οποία το κλειστοφοβικό ποίημα του Σουπούρ θα ανέπνεε όφελος από την αντίθεση μιας δοξαστικής, υπαίθριάς απαγγελίας. Το λοιπόν, μάζεψε ένα μπουλούκι λαουτιέρηδων, αποχαιρέτησε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, και ξεκίνησε για την αναζήτηση του ιδανικού αμμόλοφου, φτάνοντας μέχρι και τα τελευταία θαλασσοχώρια της αυτοκρατορίας. Εκεί, συνεπαρμένος από τη γλώσσα των ντόπιων, καθώς κι από τον ευάερο διάκοσμο της παράκτιας καθημερινότητας, αποφάσισε να επέμβει στο κείμενο, αντικαθιστώντας όσες λέξεις έβριθαν συμφώνων με άλλες, πιο ευκοίλιες, πιτσιλώντας γραμματική και συντακτικό. Οι συνέπειες ήταν τραγικές. Μέσω αλληλοσυμπληρούμενων αναπροσαρμογών γραφής και ομιλίας, η αυτή τακτική υπεροξυγόνωσης σε συνδυασμό με το ακατάσχετο γιαφ γιουφ και τις αυξανόμενες παραισθήσεις μιας όχι και τόσο ήπιας ηλίασης, του 'δειξαν την Παναγιά φελάχα να θηλάζει λυκάκια, ομιλούντες σκορπιούς και τρωγλοδύτες ξεπροβάλλοντες μέσα από τον εκτυφλωτικό υπερθεματισμό του ηλίου, όχι όμως και το δρόμο της επιστροφής. Απηυδισμένος ο πατέρας του έστειλε τον δευτερότοκο και τέσσερα πρωτοπαλίκαρα να τον συμμαζέψουν, κι έτσι στα είκοσί του ο Σχαν βρέθηκε στο στράτευμα να προσπαθεί να καταπνίξει την επανάσταση κάποιων κακόμοιρων αμπελουργών στην άλλη άκρη της αυτοκρατορίας. 

Και η συνέχεια; Στα είκοσι ένα επέστρεψε θριαμβευτής, φέρνοντας μαζί του το θησαυρό ενός κακοκάκιαστου και δαιμονικού Ιφρίτ -βρωμοδουλειά, το δίχως άλλο- καθώς και δυο καμήλες που δεν ήξεραν που πήγαιναν τα τέσσερα, και οι οποίες άκουγαν στα πολύ ταιριαστά ονόματα Στοργή κι Ευθύνη. Στα είκοσι δύο ερωτεύτηκε μια ξαδέρφη του, την όμορφη Ουαλίμ, η οποία τον κοιτούσε με ένα βλέμμα κενό, αδιαπέραστο, κι έπειτα σούφρωνε το στόμα της κατά τρόπο που τον έκανε να πέφτει άρρωστος στο κρεβάτι, να μη μπορεί να σκεφτεί τίποτα πέρα το μειδίαμα του αφαλού της. Στα είκοσι τρία ξύπνησε δίπλα της και είδε το φως να απλώνεται στις λευκές στέγες της Δεμ, σαν μέλι σε ρυζόχαρτο· στα είκοσι τέσσερα την παντρεύτηκε και στα είκοσι πέντε γνώρισε την οδύνη. Όταν του ανακοίνωσαν ότι η γυναίκα του ήταν ετοιμοθάνατη, έπεσε με την πλάτη στην εξώπορτα και ξεχύθηκε στους δρόμους, κι όποιον έβρισκε μπροστά του, τον άρπαζε από το λαιμό και του γέμιζε τις τσέπες με χρυσάφι. Πανικόβλητος εκλιπαρούσε τους περαστικούς να πούν κάτι, να μιλήσουν. Σε ποιον; Στον Αλλάχ. Να πουν τι; Λέξεις, προσευχές, για έλεος του Αλλάχ, για το έλεος του Αλλάχ. Γύρισε, ξανάφυγε, ξαναγύρισε, μπήκε στο δωμάτιό, την είδε, κι όταν τα μάτια της γύρισαν να τον κοιτάξουν, η μύτη του μάτωσε και της χαμογέλασε, κι όταν τα μάτια της έκλεισαν, σήκωσε το δάχτυλο στον ουρανό και λιποθύμησε. Συνήλθε τρεις μέρες αργότερα, κι αφού την κήδεψε, γύρισε στο παλάτι και αντίκρισε τα νομίσματα που αστράφταν βουνό στην αυλή του. Συντετριμμένος, παρακάλεσε τον Αλλάχ οι κάτοικοι της Δεμ να του είχαν επιστρέψει κάτι λιγότερο από το ακέραιο των λυγμών του, ο Αλλάχ, όμως, άλλη δουλειά δεν είχε από το να μετράει για λογαριασμό του Σχαν Μιρίν, οπότε ο πρωτότοκος του βεζύρη στο χαλιφάτο των Σβαρνιδών, γύρισε στην κάμαρά του, μέτρησε τα πλούτη του ο ίδιος, κι έπειτα κάλεσε αρχιτέκτονες και μηχανικούς και τους ανακοίνωσε τα σχέδια του.

Κάπως έτσι χτίστηκε το τέμενος της Δεμ, ο θόλος του οποίου ήταν στεφανωμένος με κρυστάλλους, παράλληλους προς το έδαφος, ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι στέκονται πάνω στο φως των μακρόστενων παραθύρων. Οι παλατιανοί χρονικογράφοι -συμπληρώνοντας τις αναφορές τους για τα αψιδωτά υποστήλια, με τους χίλιους είκοσι τέσσερις κίονες από κόκκινο ψαμμίτη- υποστήριζαν ότι αν άφηνες την ομορφιά να σου σηκώσει το κεφάλι, ζαλιζόσουν και δεν έβλεπες παρά μια μαύρη τρύπα να ξεπροβάλλει μέσα από μια δεύτερη μαύρη τρύπα, η οποία ξεπρόβαλλε μέσα από μια τρίτη μαύρη τρύπα, και ούτω καθεξής· η αλήθεια, όμως, είναι ότι όταν η ζέστη διέστελλε τα αραβουργήματα και τις γραμμές της ιερής γεωμετρίας, πέρα από τις κολόνες κι έξω από τα παράθυρα, τότε, ανάμεσα στα κατεβασμένα βλέφαρά του Ενός και στους έκθαμβους οφθαλμούς σου, σχηματιζόταν ο χαμογελαστός αφαλός ενός κοριτσιού, υπενθυμίζοντάς σου ότι το τέμενος της Δεμ δεν το 'χτισε μόνο η θλίψη αλλά κι ο πόθος.

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Κι εκατόν ογδόντα τρία

Ψάχνοντας τους καταλόγους μιας παλιάς p2p εφαρμογής βρήκα ένα φάκελο με την ονομασία "i wish my brother rob was here".

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Κι εκατόν ογδόντα δύο

Καθώς εστιάζουμε στο μωσαϊκό της κοσμογονίας, συνειδητοποιούμε ότι εφόσον ο Θεός δε δημιούργησε τα παγάκια, τότε δε δημιούργησε και τα παγόβουνα· ωσαύτως μπορούμε να σκεφτούμε και για το υδρογόνο, το οξυγόνο και το άζωτο, κι έχουμε ήδη φύγει από την αφήγηση της Βίβλου, κι έχουμε ήδη βρει τον Θεό περιττό, είπε κι έφαγε ακόμη μια τούφα γκαζόν.

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Κι εκατόν ογδόντα ένα

Η γάτα μου ζητά κυρίως δύο πράγματα: τροφή και χάδι. Νερό όχι και τόσο, ενώ το παιχνίδι, αν κρίνω από τις φορές που έχω καταλήξει σαν τον Αϊ-Γιώργη μιας λειψής ορθοδοξίας, δε διαφέρει πολύ από το φαγητό. Λοιπόν, όταν πεινάει χαλάει το σύμπαν· νιαουρίζει, κάνει ακροβατικά, ανοίγει πόρτες συρόμενες, πόρτες με χερούλι, και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι κλειδαριές ασφαλείας είναι πρόκληση μέτριας δυσκολίας για αυτήν. Το χάδι, ωστόσο, το ζητά μέσα στη σιωπή. Αθόρυβη, τοποθετείται ακριβώς εκεί που θέλει, κλείνει τα μάτια και περιμένει, σαν να μην παρεμβάλλεται η οποιαδήποτε υποψία ανάγκης ή συναλλαγής. 

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Κι εκατόν ογδόντα

Η αφόρητη κούραση του να αναπαύεσαι μόνο στο παρόν.

Κι εκατόν εβδομήντα εννιά

Προχωράς στο διάδρομο όπου συναντάς τη γάτα σου. Tη χαιρετάς σφυρίζοντας, αυτή σου ανταποδίδει το χαιρετισμό μ' ένα νιαούρισμα σε δυο φλατ τόνους -τι λέει, χωρίς ερωτηματικό- κι έπειτα συνεχίζετε προς αντίθετες κατευθύνσεις, ενώ στο μυαλό σου ακούγεται ένας μεταλλικός, οκταμπιτοσκάλιστος ήχος που ανακοινώνει ότι η σχέση σας έχει περάσει σε άλλο επίπεδο.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα οκτώ

Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις με ένα βιβλίο -εκτός του να το διαβάσεις- είναι να το δωρίσεις σε κάποιον που απεχθάνεσαι. Αν το βιβλίο είναι καλό και η απέχθεια σου δικαιολογημένη, δώρο και αποδέκτης δε θα συναντηθούν ποτέ και η μεταξύ τους απόσταση θα προσθέτει στην απόσταση που θες να κρατήσεις ο ίδιος, ενώ αν το βιβλίο είναι κακό (και η απέχθεια σου δικαιολογημένη) θα έχεις κομματάκι προχωρήσει το τέτρις της ζωής.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

25ος ακατάλληλος

Ηλίας Λάγιος - Το προτελευταίο ποίημα

Νύχτα. Κι εκείνος είχε σκύψει στα χαρτιά του
και προσπαθούσε (πλήρης μνήμης) να της γράψει
κάτι σαν ποίημα, σαν πνοούλα ή σαν άψη
λέξεις κτερίσματα μελλοντικού αβάτου.

Κι ήταν εκείθεν, υποκείμενος θανάτου
εντός του πάλλευκου φωτός που είχε ανάψει
'κείνη την κάποτε χαρά μήπως τρομάξει
με λίγο βήχα, λίγο βήμα ακροβάτου. 

"Μαριάννα, ίσως απόψε μ' έχετε προδώσει
ίσως και να 'χετε ξεχάσει τ' όνομά μου
είν' η ζωή που μ' έχει πια εξουθενώσει
κι όχι το ώστε του νεκρικού θαλάμου·

που πια δεν θα σας ξαναδώ, κι όλος ο χρόνος
θα 'ναι ένας γέροντας – κατάκοιτος και μόνος".

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα επτά

Απαραιτήτως στυλιζαρισμένη, η ανοησία σκηνοθετεί τον εαυτό της ως απαρεγκλίτως ορατή.

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Κι εκατόν εβδομήντα έξι

Τον έρωτα, την αγάπη, τη χαρά τα ξετυλίγεις πιάνοντας την άκρη τους με την άκρη των νυχιών σου.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Brian Doyle - Joyas Voladoras

Ας σκεφτούμε για μια στιγμή το κολιμπρί. Η καρδιά του χτυπάει δέκα φορές το δευτερόλεπτο και το μέγεθός της δε διαφέρει από αυτό της γομολάστιχας που βρίσκεται στο πάνω μέρος ενός μολυβιού. Το ίδιο το κολιμπρί μόλις που είναι κάτι περισσότερο από την καρδιά του. Joyas Voladoras, ιπτάμενα κοσμήματα, έτσι τα είχαν ονομάσει οι πρώτοι λευκοί εξερευνητές της Αμερικής· τέτοια πλάσματα δεν είχαν ξαναδεί, μιας και τα κολιμπρί υπήρχαν μόνο στην Αμερική και πουθενά αλλού στο σύμπαν. Περισσότερα από τριακόσια διαφορετικά είδη βουίζουν και τρώνε το νέκταρ των λουλουδιών, ζώντας μέσα στο βόμβο μιας ωριαίας ατράκτου -συγγένειας ενάτου βαθμού με την των ανθρώπων- ενώ οι καρδιές τους χτυπούν πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι θα μπορούσαμε να αφουγκραστούμε αν πιέζαμε τα ελεφάντινα αυτιά μας πάνω στο απειροελάχιστο του στήθους τους.

Το κάθε κολιμπρί επισκέπτεται χίλια λουλούδια την ημέρα κι όταν καταδύεται στον αέρα η ταχύτητά του αγγίζει τα εκατό χιλιόμετρα την ώρα. Μπορεί επίσης να πετάξει ανάποδα, καθώς και να διασχίσει περισσότερα από οκτακόσια χιλιόμετρα χωρίς διακοπή. Όταν όμως σταματάει για να ξεκουραστεί, τότε πλησιάζει ο θάνατος: τις νύχτες με παγωνιά ή όταν δεν έχει τροφή, το κολιμπρί καταφεύγει στη βραδύτητα και ο μεταβολικός του ρυθμός πέφτει στο ένα δέκατο πέμπτο σε σχέση με αυτόν του ύπνου του· η καρδιά του μόλις που χτυπάει, σερνόμενη σχεδόν προς το σταματημό της, κι αν δε βρει σύντομα ζεστασιά και γλυκό νέκταρ, τότε η καρδιά του παγώνει και πεθαίνει. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή τα κολιμπρί που δε θα ανοίξουν τα μάτια τους σήμερα: γενειοφόρα λοφιόκρανα, παπουτσωμένα και με ουρές σαν ρακέτες, συλφίδες με βιολετί ουρές και ξυλόνυμφες με μωβ σκουφί, πορφυρά τοπάζια και βυσσινοστεφανωμένες νεράιδες, κομήτες της κόκκινης ουράς, ξυλάστεροι αμέθυστοι, καθώς κι εκείνα που 'χουν ράμφος σαν αγκάθι και στο πιγούνι τους τα χρώματα του ουράνιου τόξου, κολιμπρί σμαράγδια με λαμπυρίζουσες κοιλιές, κολιμπρί με βελούδινο μωβ στέμμα στο κεφάλι, κολιμπρί αστροστόλιστα με χρυσαφένιες κοιλιές, κι ας μην ξεχάσουμε κι εκείνα με τη φλογισμένη ουρά και το σουβλερό ράμφος, καθώς και τα λοφάστερα των Άνδεων, τα κολιμπρί με την ουρά σαν σπάτουλα, αλλά κι αυτά που 'χουν πόδια σαν σφουγγαράκια· όλα τους διαγωνίζονται για τον τίτλο του πιο καταπληκτικού πράγματος που δεν έχετε δει ποτέ στη ζωή σας, και κάθε μια από τις ξέφρενες τους καρδιές μετριέται όσο το νύχι ενός μωρού, και κάθε μια είναι σιωπηλή, σαν μια υπέροχη, καθηλωμένη μουσική.

Τα κολιμπρί -όπως κι όλα τα πτηνά, αλλά αυτά ακόμη πιο πολύ- έχουν απίστευτο τρομερό ασταμάτητο μεταβολισμό και χρειάζονται καρδιές σαν μηχανές αγωνιστικών αυτοκινήτων μιας και καταναλώνουν οξυγόνο σε απερίγραπτους ρυθμούς. Οι ίνες από τις οποίες είναι κατασκευασμένες οι καρδιές τους είναι πολύ πιο λεπτές από τις δικές μας. Οι αρτηρίες τους είναι πιο στενές, πιο σκληρές. Οι καρδιακοί τους μυς έχουν περισσότερα μιτοχόνδρια από τους δικούς μας  -όλα αυτά ώστε να καταβροχθίζουν περισσότερο οξυγόνο. Οι καρδιές τους έχουν απογυμνωθεί από κάθε τι περιττό ώστε να πολεμούν τη βαρύτητα και την αδράνεια και να ακολουθούν το άγριο κυνήγι της τροφής -μια απογύμνωση που ευνοεί και την παράλογη ιδέα της πτήσης. Το κόστος αυτού του πάθους είναι ότι ζουν σε απόσταση αναπνοής από το θάνατο· παθαίνουν περισσότερα εμφράγματα, ανευρύσματα και αορτικούς διαχωρισμούς από οποιοδήποτε άλλο ζωντανό πλάσμα. Το να πετάς έχει ακριβό τίμημα. Η μηχανή καίγεται, λιώνει. Σε κάθε ζωντανό οργανισμό αντιστοιχούν περίπου δύο δισεκατομμύρια καρδιακοί παλμοί. Μπορείς να τους ξοδέψεις αργά, σαν τη χελώνα, και να ζήσεις μέχρι τα διακόσια, μπορείς να τους ξοδέψεις γρήγορα, σαν το κολιμπρί, και να ζήσεις μέχρι τα δύο σου έτη.

Η μεγαλύτερη καρδιά στον κόσμο βρίσκεται εντός της γαλάζιας φάλαινας. Ζυγίζει πάνω από εφτά τόνους και είναι μεγάλη σαν δωμάτιο. Πρόκειται όντως περί ενός δωματίου με τέσσερις κοιλότητες. Ένα μικρό παιδί θα μπορούσε να την περπατήσει χωρίς να χρειαστεί να σκύψει παρά μόνο για να διασχίσει τις βαλβίδες της, που είναι μεγάλες σαν τις δίφυλλες πόρτες των σαλούν. Αυτός ο οίκος της καρδιάς δίνει ζωή σε ένα πλάσμα που έχει τριάντα μέτρα μήκος, και το οποίο, όταν γεννιέται, έχει μήκος έξι μέτρα, ζυγίζει τέσσερις τόνους και είναι πολύ, πάρα πολύ μεγαλύτερο από το αυτοκίνητό σας. Πίνει σχεδόν τετρακόσια λίτρα μητρικού γάλατος την ημέρα και την επομένη ξυπνάει 90 κιλά βαρύτερο. Όταν είναι επτά ή οκτώ χρονών υπομένει μια αδιανόητη εφηβεία και ύστερα εξαφανίζεται κυριολεκτικά από το ανθρώπινο γνωστικό πεδίο, μιας και δε ξέρουμε σχεδόν τίποτα για το πώς ζευγαρώνει και πού ταξιδεύει, για το τι τρώει, για τις κοινωνικές σχέσεις του είδους του και την κοινωνική δομή τους, για τη γλώσσα, τις ασθένειες, την πνευματική ζωή, τους πολέμους, τις ιστορίες, την απελπισία και τις τέχνες τους. Υπάρχουν περίπου δέκα χιλιάδες γαλάζιες φάλαινες στον κόσμο· κολυμπούν σε όλους τους ωκεανούς της γης, είναι τα μεγαλύτερα πλάσματα που έχουν εμφανιστεί στον πλανήτη, αλλά δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα γι' αυτές. Γνωρίζουμε όμως το εξής: οι φάλαινες με τις μεγαλύτερες καρδιές στον κόσμο ταξιδεύουν κυρίως σε ζευγάρια, και τα διαπεραστικά βογγητά των στεναγμών τους, η οξύηχη και γεμάτη λαχτάρα διάλεκτός τους, μπορεί να ακουστεί χιλιόμετρα και χιλιόμετρα κάτω από το νερό.

Τα θηλαστικά και τα πτηνά έχουν καρδιές με τέσσερις κοιλότητες. Τα ερπετά και οι χελώνες με τρεις. Τα ψάρια με δύο, τα έντομα και τα μαλάκια με μία. Οι καρδιές των σκουληκιών έχουν μία κοιλότητα, ωστόσο ο αριθμός τους μπορεί να φτάσει ακόμη και τις έντεκα. Τα μονοκύτταρα βακτήρια δεν έχουν καρδιά, αλλά μέχρι και σε αυτά υπάρχει ένα αενάως ρέον υγρό, το οποίο κυματίζει από τη μια άκρη του κυττάρου προς την άλλη, περιδινούμενο και στροβιλιζόμενο. Κανένας ζωντανός οργανισμός δε στερείται κάποιας υγρής, εσωτερικής κινητικότητας. Μέσα μας όλοι έχουμε κάτι που αναδεύεται.

Πολλά χωράει η καρδιά μέσα σε μια ζωή, σε μια μέρα, σε μια ώρα, σε μια στιγμή. Στο τέλος, εντελώς ανοικτή δεν είναι για κανέναν -ούτε για τη μητέρα και τον πατέρα μας, ούτε για τον ή τη σύζυγό μας, ούτε για τον εραστή μας, ούτε για το παιδί μας, ούτε και για το φίλο μας. Μπορεί να ανοίγουμε παράθυρα, αλλά εντός του οίκου της ζούμε μόνοι. Ίσως και να μη γινόταν αλλιώς. Ίσως να μην αντέξαμε να ζήσουμε τόσο εκτεθειμένοι, υπό το διαρκή φόβο της συντριβής της. Όταν είμαστε νέοι πιστεύουμε ότι θα βρεθεί κάποιος που θα δοκιμάσει τη γεύση μας και θα θελήσει να την κρατήσει στη γλώσσα του εις τον αιώνα των αιώνων· όταν μεγαλώνουμε αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό δεν ήταν παρά το όνειρο ενός παιδιού, κι ότι όλες οι καρδιές καταλήγουν μωλωπισμένες, χαρακωμένες, ραγισμένες. Παρά τις επισκευές και τα μπαλώματα του χρόνου, της θέλησης και της όποιας πυγμής του χαρακτήρα, οι καρδιές μας παραμένουν εύθραυστες, έτοιμες να καταρρεύσουν ανά πάσα στιγμή, όσο σκληρή και αν ήταν η άμυνα, μ' όσα τούβλα κι αν υψώθηκε ο τοίχος. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις όλες σου τις δυνάμεις και να χτίσεις την καρδιά σου στιβαρή και αδιάτρητη, μπορείς να τη σκληρύνεις, να την παγώσεις, αλλά αρκεί μια στιγμή για να ανατραπούν τα πάντα, αρκεί το βλέμμα μιας γυναίκας καθώς γυρίζει και σε ξανακοιτάζει, η μυρωδιά του μήλου στην ανάσα ενός παιδιού, το γυαλί που θρυμματίζεται πάνω στην άσφαλτο, οι λέξεις έχω κάτι να σου πω, μια γάτα με διαλυμένη ραχοκοκαλιά που σέρνεται στο δάσος για να πεθάνει, το ελαφρύ άγγιγμα του χάρτινου, γερασμένου χεριού της μητέρας σου πάνω στη συστάδα των μαλλιών σου, η ανάμνηση της φωνής του πατέρα σου, νωρίς το πρωί, να αντηχεί στην κουζίνα, καθώς ετοιμάζει τηγανίτες για τα παιδιά του.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

David Foster Wallace - Όλα είναι πράσινα

Λέει, δε με νοιάζει αν με πιστεύεις ή όχι. Εγώ σου είπα την αλήθεια, αλλά ορίστε, εσύ κάνε ό,τι νομίζεις. Πράγμα που σημαίνει ότι σίγουρα λέει ψέματα. Όταν λέει αλήθεια κάνει σαν τρελή για να σε πείσει. Οπότε νιώθω ότι ξέρω.

Ανάβει ένα τσιγάρο και τραβάει το βλέμμα της· έτσι όπως καπνίζει κάτω από το φως του βρεγμένου παραθύρου δείχνει μυστηριώδης κι εγώ δεν έχω ιδέα τι πρέπει να πω.

Της λέω, Μεϊφλάι, δεν ξέρω τι να νιώσω, τι να πω, ούτε τι να κάνω, δεν ξέρω πια αν μπορώ να σε πιστέψω. Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που ξέρω, όπως ότι είμαι μεγαλύτερος από 'σένα και ότι σου 'χω δώσει τα πάντα, και με τα χέρια και με την καρδιά μου. Ό,τι υπάρχει μέσα μου στο έχω δώσει. Κάνω ό,τι μπορώ, δουλεύω κάθε μέρα χωρίς σταματημό, και ο λόγος είσαι εσύ. Προσπάθησα να φτιάξω ένα σπίτι, να στο δώσω να μείνεις, να 'ναι ωραίο.

Ανάβω κι εγώ ένα τσιγάρο και πετάω το σπίρτο στο νεροχύτη μαζί με τα υπόλοιπα σπίρτα, τα πιάτα, το σφουγγάρι και διάφορα άλλα κουζινικά.

Της λέω, Μεϊφλάι η καρδιά μου έχει τραβήξει τόσα για 'σένα, αλλά είμαι σαράντα οκτώ χρονών και δε μπορώ να αφήνω τις καταστάσεις να με παρασέρνουν. Πρέπει να εκμεταλλευθώ το χρόνο που μου απομένει για να φτιάξω τη ζωή μου, για να καταφέρω να νιώσω όπως έχω ανάγκη να νιώσω. Υπάρχουν πράγματα που χρειάζομαι, τα οποία δε μπορείς καν να τα δεις μιας και είναι κρυμμένα πίσω από όλα αυτά που θες για τον εαυτό σου.

Δεν λέει τίποτα κι εγώ κοιτάζω προς το παράθυρό της και νιώθω ότι ξέρει ότι ξέρω τι έχει συμβεί, και τότε αλλάζει θέση στον καναπέ, σηκώνει τα πόδια της από το πάτωμα και κάθεται πάνω τους με το σορτς της.

Της λέω, πραγματικά δεν έχει σημασία τι είδα ή τι νομίζω ότι είδα. Δεν έχει πια να κάνει μ’ αυτό. Ξέρω ότι είμαι μεγαλύτερος από 'σένα και νιώθω πως εγώ σου δίνω τα πάντα κι εσύ δε μου δίνεις τίποτα.

Είναι νωρίς το πρωί. Τα μαλλιά της είναι πιασμένα με ένα τσιμπιδάκι και καρφίτσες, έχει το πιγούνι της ακουμπισμένο πάνω στο χέρι της και μοιάζει να ονειρεύεται στο καθαρό φως που περνάει μέσα από το βρεγμένο παράθυρο, πάνω από τον καναπέ μου.

Όλα είναι πράσινα, λέει. Μιτς, κοίτα πόσο πράσινα είναι. Πώς μπορείς και λες ότι νιώθεις έτσι όταν όλα έξω είναι πράσινα.

Η δυνατή βροχή της χθεσινής νύχτας έχει ξεπλύνει το παράθυρο στο νεροχύτη της μικρής μου κουζίνας και τώρα είναι νωρίς το πρωί, έχει ήλιο κι έξω γίνεται ένας χαμός από πράσινο. Τα δέντρα είναι πράσινα και στο δρόμο, πέρα από τα σαμαράκια, κάποια κομμάτια γρασίδι είναι κι αυτά πράσινα και βρεγμένα, αλλά όχι, δεν είναι τα πάντα πράσινα, τα άλλα τροχόσπιτα δεν είναι πράσινα, το πτυσσόμενο τραπέζι δίπλα στις σειρές με τις λακκούβες δεν είναι πράσινο, οι μπύρες και τα αποτσίγαρα που επιπλέουν μέσα στα τασάκια δεν είναι πράσινα, το φορτηγό μου, το χαλίκι στο οικόπεδο, το πλαστικό τρίκυκλο που έχει πέσει κάτω από το άδειο σχοινί της μπουγάδας στο διπλανό τροχόσπιτο του τύπου με τα παιδιά, ούτε αυτά είναι πράσινα.

Όλα είναι πράσινα, λέει. Το ψιθυρίζει και ο ψίθυρός της δεν απευθύνεται πια σε 'μένα, το ξέρω.

Πετάω το τσιγάρο και γυρίζω την πλάτη μου στη μέρα που ξημερώνει, έχοντας μια γεύση στο στόμα, σαν κάτι αληθινό. Γυρίζω με δυσκολία και τη βλέπω να κάθεται στον καναπέ, στο φως.

Κοιτάζει έξω και την κοιτάζω κι εγώ και νιώθω κάτι μέσα μου, κάτι που δε μπορεί να κλείσει. Η Μεϊφλάι έχει σώμα. Και είναι το πρωί μου. Πες το όνομά της.

Wallace Stevens - Ο πλανήτης στο τραπέζι

Ο Άριελ ήταν χαρούμενος που είχε γράψει τα ποιήματά του.
Ήταν κομμάτια μιας εποχής που είχε θυμηθεί
Ή ενός πράγματος που είχε δει και του είχε αρέσει.

Κάποια άλλα από τα δημιουργήματα του ήλιου 
Ήταν τα σκουπίδια, ένας κυκεώνας
Και o παλιός θάμνος μαραμένος.

Ο εαυτός του και ο ήλιος ήταν ένα
Και τα ποιήματά του, αν και δημιουργήματα του εαυτού του,
Ήταν εξίσου δημιουργήματα του ηλίου.

Το σημαντικό δεν ήταν να μη χαθούν.
Αυτό που είχε σημασία ήταν να φέρουν
Κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα, ένα ύφος,

Κάτι από την αφθονία του πλανήτη στον οποίο ανήκαν,
ακόμη κι αν μέσα από τη φτώχεια των λέξεων
μετά βίας γινόταν αντιληπτή